novox - Science and Philosophy Archive

Δημοσιεύσεις

  • Η ΔΥΣΑΝΕΞΙΑ ΠΡΟΣ ΤΟ ΚΑΛΟ

    Αντώνης Ανδρουλιδάκης

    Υπάρχει ένα σημείο στο συλλογικό μας βίωμα που δύσκολα αντέχεται: το Καλό. Το "κακό" το γνωρίζουμε. Το έχουμε μάθει, το έχουμε "φάει στην μάπα" ξανά και ξανά, σχεδόν το περιμένουμε, ξέρουμε πώς να το διαχειριστούμε. Το Καλό είναι που μας ξενίζει, μας αποδιοργανώνει.
    Σε ένα τραυματισμένο σύστημα, είτε πρόκειται για άνθρωπο, είτε για σχέση, είτε για οικογένεια, είτε για κοινωνία ολόκληρη, η εμπειρία έχει γράψει μέσα του έναν βασικό κανόνα: η φροντίδα δεν είναι σταθερή, η ασφάλεια δεν είναι δεδομένη, η εμπιστοσύνη είναι επικίνδυνη. Έτσι μαθαίνει να λειτουργεί με καχυποψία, με υπερεπαγρύπνηση, με εσωτερική ένταση. Αυτό γίνεται το “οικείο”. Αυτό είναι που "επιλέγει" ο εγκέφαλος μας για να νιώσει ασφαλής.
    Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, όταν εμφανίζεται κάποιος που φροντίζει, που προσφέρει, που λειτουργεί με συνέπεια και ακεραιότητα, δεν βιώνεται απαραίτητα ως ανακούφιση. Βιώνεται ως κάτι ξένο. Κάτι που δεν ταιριάζει με τον εσωτερικό χάρτη που έχει ήδη διαμορφωθεί.
    Είναι αυτό που ονομάζουμε δ υ σ α ν ε ξ ί α σ τ ο Κ α λ ό.
    Και βέβαια έχουμε κουραστεί να ακούμε για δυσανεξία στη λακτόζη, δυσανεξία στη γλουτένη, δυσανεξία σε δεν ξέρω κι εγώ τι και πέρασε απαρατήρητη η δυσανεξία μας στην τρυφερότητα, στη φροντίδα, στο νοιάξιμο, στην Αγάπη.
    Κκι έτσι καταλήξαμε στο σημείο που το "Καλό" δεν ενσωματώνεται εύκολα, γιατί δεν μπορεί να προβλεφθεί μέσα από την παλιά εμπειρία. Δεν υπάρχει “μνήμη” που να το στηρίζει. Και αντί να γίνει πηγή ασφάλειας, ενεργοποιεί το άγχος. Κάτι μέσα μας λέει: «δεν γίνεται να είναι έτσι… κάτι θα πάει στραβά», «δεν μπορεί...κάποιο λάκκο έχει η φάβα!»
    Σε αυτό το σημείο ενεργοποιούνται οι άμυνες. Και οι άμυνες δεν κάνουν διάκριση ανάμεσα σε απειλή και δυνατότητα ίασης. Απλώς προσπαθούν να επαναφέρουν το γνώριμο. Έτσι, αυτός που προσφέρει συχνά δεν αναγνωρίζεται. Αμφισβητείται, υποτιμάται ή ακόμη και απορρίπτεται. Όχι επειδή δεν είναι σημαντικός, αλλά επειδή το σύστημα δεν έχει ακόμη την ικανότητα να τον χωρέσει χωρίς να διαταραχθεί.
    Μ' αυτόν τον τρόπο, το τραυματισμένο σύστημα -ο άνθρωπος, η οικογένεια, η κοινωνία- προτιμά τον πόνο που ξέρει από την ασφάλεια που δεν εμπιστεύεται. Ίσως και κάπως έτσι επιλέγουμε, εκλέγουμε, αυτούς που θα μας προσφέρουν τον "πόνο που γνωρίζουμε". Σαν την χλωρίνη, αυτούς ξέρουμε-αυτούς εμπιστευόμαστε.
    Αυτό που μοιάζει σαν “τιμωρία” του Καλού, είναι στην πραγματικότητα μια ασυνείδητη προσπάθεια διατήρησης της ψυχικής συνοχής. Μια επιστροφή στο οικείο, ακόμη κι αν αυτό είναι περιοριστικό ή επώδυνο.
    Έχουμε, με έναν αργό και σχεδόν ανεπαίσθητο τρόπο, εξοικειωθεί με το “κακό”. Όχι απαραίτητα ως συνειδητή επιλογή, αλλά ως καθημερινότητα. Με την παρακμή που γίνεται φόντο. Με τη διαφθορά που περνά ως «έτσι λειτουργούν τα πράγματα». Με τον κυνισμό που πλασάρεται για ωριμότητα. Με την αδιαφορία που μοιάζει με αυτοπροστασία.
    Σαν να έχουμε μάθει να ζούμε μέσα σε αυτό το περιβάλλον χωρίς να το αμφισβητούμε πια βαθιά. Σαν να έχουμε κάνει μια σιωπηλή συμφωνία με αυτό: να το αντέχουμε, να το δικαιολογούμε, να το προσπερνάμε. Στην τελική, ξέρουμε πώς να κινηθούμε μέσα του, πώς να μην εκτεθούμε πολύ, πώς να μην περιμένουμε πολλά. Με έναν τρόπο, έχουμε μάθει να αντέχουμε τα “σκατά” περισσότερο απ’ ό,τι το καθαρό νερό. Όχι γιατί μας αρέσουν, αλλά γιατί δεν μας τρομάζουν πια.
    Γιατί, όταν εξοικειώνεσαι με το λίγο, το καθαρό αρχίζει να φαίνεται υπερβολικό. Όταν μαθαίνεις να ζεις με το στρεβλό, το ευθύ μοιάζει ύποπτο. Όταν ο κυνισμός γίνεται τρόπος σκέψης, η εμπιστοσύνη μοιάζει αφέλεια. Έγινε η απώλεια όχι συνήθεια μας, αλλά ταυτότητα. Και το Καλό απορρίπτεται γιατί δεν ταιριάζει με την ταυτότητα που έχουμε χτίσει μέσα σε αυτό το περιβάλλον.
    Έχουμε για χρόνια μάθει, μας έχουν εκπαιδεύσει, να ζούμε με αυτό που δεν μας αξίζει και κάπου μέσα μας έχουμε ξεχάσει πώς είναι να ζητάμε κάτι περισσότερο. Είναι σαν να έχουμε ξεχάσει το Καλό.
    Και ίσως η αρχή της αλλαγής να μην είναι να φτιάξουμε κάτι καινούργιο. Αλλά να ξαναθυμηθούμε, έστω για λίγο, ότι το καλό δεν είναι απειλή. Είναι κάτι που κάποτε μας ανήκε και μπορεί να μας ανήκει ξανά.
    ΥΓ Σκέψεις με αφορμή την τραγική ιστορία του Γιώργου Γαβριλάκη-στο πρώτο σχόλιο.
    https://www.sdna.gr/politiko-deltio/ellada/1424204_boithise-hiliades-anthropoys-sta-kethea-kratos-ekopse-ton-mistho-toy

     διάφορα
  • Με αφορμη την ημερα του βιβλιου

    Manos Lambrakis/fb

    Το πρώτο βιβλίο που κράτησα στα χέρια μου ως μαθητής του δημοτικού δεν υπήρξε απλώς μια παιδική μύηση στον κόσμο των ιστοριών, αλλά ένα σχεδόν ιδρυτικό συμβάν της εσωτερικής μου ζωής.
    Ο Δον Κιχώτης του Θερβάντες δεν εισήλθε τότε στη μνήμη μου ως λογοτεχνικός ήρωας, αλλά ως μορφή ύπαρξης, ως μια οντολογική υπόμνηση ότι ο άνθρωπος δεν ταυτίζεται ποτέ απολύτως με τον κόσμο της χρησιμότητας, της κοινής λογικής, της τακτοποιημένης προσαρμογής.
    Από εκείνα τα πρώτα χρόνια βρισκόταν πάντοτε δίπλα στο κομοδίνο μου, σαν μια σιωπηλή φρουρά της νύχτας, σαν ένα βιβλίο που ζητούσε να παραμείνει εσαεί παρόν.
    Κι ακριβώς αυτή δεν είναι η βαθύτερη αλήθεια των μεγάλων βιβλίων;
    Δεν τα κατέχουμε εμείς, αλλά εκείνα εγκαθίστανται δίπλα μας και επιβλέπουν, με μια σχεδόν τρυφερή αυστηρότητα, τις μεταμορφώσεις της ψυχής μας.
    Σήμερα, με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα Βιβλίου, σκέφτομαι ότι ο Δον Κιχώτης δεν με συνόδευσε απλώς σε όλα τα ταξίδια μου, αλλά υπήρξε ο ίδιος ένα διαρκές ταξίδι. Ένα εσωτερικό πέρασμα από την αθωότητα στην επίγνωση, από τη φαντασίωση στην αλήθεια της επιθυμίας, από τον ηρωισμό της παιδικής προβολής στη γυμνή, σχεδόν τραγική αξιοπρέπεια του ανθρώπου που επιμένει.
    Στο πέρασμα των χρόνων, συγκέντρωσα άπειρες μεταφράσεις του στα ελληνικά, αγγλικά, γερμανικά, ισπανικά όχι από βιβλιοφιλική ιδιοτροπία, αλλά γιατί κάθε γλώσσα μου αποκάλυπτε και ένα άλλο πρόσωπο του ίδιου βιβλίου, άρα και ένα άλλο πρόσωπο του ίδιου μου του εαυτού. Το ίδιο έργο, σε άλλη γλώσσα, δεν είναι ποτέ απολύτως το ίδιο έργο: αλλάζει ο ρυθμός της πτώσης, η μελαγχολία της ειρωνείας, η θερμοκρασία του ονείρου, η σχεδόν ιερή γελοιότητα της πίστης.
    Έτσι, το βιβλίο έγινε με τα χρόνια ένας μικρός πολυγλωσσικός ναός της μνήμης μου, όπου η παιδική πρώτη ανάγνωση συνεχίζει να συνομιλεί με την ώριμη εμπειρία της απώλειας, της διάψευσης, αλλά και της ανάγκης να μην παραδώσει κανείς αμαχητί την εσωτερική του μορφή στην κυνική οικονομία του πραγματικού.
    Ο παιδικός μου Δον Κιχώτης παραμένει ακόμα ακουμπισμένος δίπλα στο κρεβάτι μου: όχι ως ανάμνηση μιας παλιάς αναγνωστικής συγκίνησης, αλλά ως σύμβολο αντιστάσης απέναντι σε έναν κόσμο που ολοένα και περισσότερο αποστρέφεται την αργή εσωτερικότητα, το όνειρο, την άσκοπη αλλά σωτήρια περιπλάνηση της ψυχής.
    Σε μια εποχή όπου η απόδοση έχει υποκαταστήσει την επιθυμία και η διαφάνεια έχει στραγγαλίσει το μυστήριο, ο Δον Κιχώτης εξακολουθεί να μου θυμίζει ότι η ανθρώπινη αξιοπρέπεια δεν βρίσκεται μόνο στην επιτυχία της πράξης, αλλά και στην ευγένεια της μάταιης επιμονής.
    Τον αγαπώ επειδή δεν με δίδαξε πώς να νικώ, αλλά πώς να μην εκπίπτω, πώς να διαφυλάσσω, ακόμη και μέσα στις πιο πεζές συνθήκες του βίου, έναν ελάχιστο πυρήνα ιερής παραφοράς.
    Και αυτό είναι νομίζω το μεγαλύτερο δώρο που μπορεί να προσφέρει ένα βιβλίο σε έναν άνθρωπο.
    Να τον κρατήσει όρθιο, όταν όλα γύρω του τον εκπαιδεύουν να σκύβει.

    b3b8ea59-72ae-4b45-b7c8-e4ce4034a7c6-image.webp

     διάφορα
  • "Dar El Thakafa Elgdida" A vintage Marxist bookstore in Cairo, Egypt

    "Dar El Thakafa Elgdida" A vintage Marxist bookstore in Cairo, Egypt worth visiting, featuring a vast collection of works on philosophy, history, sociology, literature, politics, economics, and anthropology.

    6a4ae4c8-50bf-4607-bb7d-6142e3640159-image.webp

    017e0f5a-9158-4847-8751-f84d59186ea0-image.webp
    ec150834-0ae6-4e9c-a8fe-1f30e60143ff-image.webp

    3d93bcea-61e2-430c-9583-aa63fe12b3a4-image.webp

    7af4fd1d-a604-4715-a82d-98434826c4b3-image.webp

    63cef044-82cc-4913-b062-3b2ffc7f38b7-image.webp

    e9b137e3-1a44-4e57-b9bf-3867990bb2df-image.webp

    982849f5-3699-47ce-9b5e-7993ecc0af9a-image.webp

    cac3d1c0-b9cb-47e4-beca-619d638b77a0-image.webp

    e279ba6e-e2bf-4c89-968f-8a5e51319c2b-image.webp

    618f38f0-fa22-4d76-9da1-c141d5f4e214-image.webp

     διάφορα
  • Για τους νοσταλγούς και τους εορτάζοντες της 21ης Απριλιου

    @istomastor

    ΒΑΣΙΛΗΣ ΛΑΜΠΟΓΛΟΥ/fb

    f96c450b-e58d-4574-9f60-83b30e6aabec-image.webp

    “Ναι, αλλά δεν κλέψανε.
    Ναι, αλλά έφτιαξε δρόμους.
    Ναι, αλλά ήταν πατριώτες”:
    Ψέμα πρώτο: “Ναι, αλλά δεν κλέψανε”
    Ουδέν αναληθέστερον τούτου.
    Και από που να ξεκινήσει κανείς. Από το περιβόητο “Τάμα του Έθνους”; Για να θυμούνται οι παλιότεροι και να μαθαίνουν οι νεότεροι ο επικεφαλής της Χούντας Γεώργιος Παπαδόπουλος αποφάσισε να υλοποιήσει ένα σχέδιο των μελών της Δ΄ Εθνοσυνέλευσης (που είχε πραγματοποιηθεί στο Άργος το 1829) για ανέγερση ναού του Σωτήρος. Οι δικτάτορες εξήγγειλαν ότι θα κτίσουν στα Τουρκοβούνια ένα μεγαλοπρεπή ναό, που θα γινόταν “το τρίτο αρχιτεκτονικό οικοδόμημα των Αθηνών μετά τον κλασικό Παρθενώνα και τον βυζαντινό Λυκαβηττό”.
    Ο ναός δεν κτίστηκε ποτέ, αλλά συνέβη ένα θαύμα: Γέμισαν οι τσέπες των χουντικών!
    Άρχισαν να μαζεύουν χρήματα από εισφορές κρατικών φορέων και ιδιωτικών επιχειρήσεων, από τον κρατικό προϋπολογισμό και με δάνεια. Συνολικά συγκεντρώθηκαν 453,3 εκατομμύρια δραχμές. Στην ανώτατη επιτροπή για το “τάμα του Έθνους” πρόεδρος ήταν ο Παπαδόπουλος και μέλη Παττακός, Μακαρέζος και ο χουντικός αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος.
    Επτά χρόνια το μεγαλόπνοο έργο έμενε στη θεωρία και ο κόσμος παρά τη φίμωση των ΜΜΕ βοούσε για το μεγάλο φαγοπότι. Τελικά λόγω των ενδοχουντικών συγκρούσεων, στις αρχές του 1974 έγινε απολογισμός (διότι ο Ιωαννίδης προφανώς και γνώριζε πολύ καλά τα πεπραγμένα του Παπαδόπουλου και όχι βέβαια επειδή εκείνος ήταν άμεμπτος). Στο ειδικό Ταμείο είχαν μείνει μόνο 47,3 εκατομμύρια δραχμές: 406 εκατομμύρια είχαν κάνει φτερά. Φυσικά κανείς δεν τιμωρήθηκε.
    Τι να πρωτοθυμηθεί αλήθεια κανείς; Το περίφημο σκάνδαλο με τα σάπια κρέατα του Μπαλόπουλου;
    Ο στρατιωτικός Μιχάλης Μπαλόπουλος ήταν υφυπουργός Εθνικής Οικονομίας αρμόδιος για θέματα εμπορίου το 1972- 1973. Το 1975 καταδικάστηκε για εισαγωγή ακατάλληλων για την υγεία κρεάτων από την Αργεντινή, σε συνεργασία με μεγαλέμπορους της Ροδεσίας. Μάλιστα ο Παττακός είχε εκδώσει διαταγή απαγόρευσης διάθεσης ντόπιου κρέατος για να απορροφηθούν τα εισαγόμενα του Μπαλόπουλου, τα οποία είχαν αρχίσει να σαπίζουν και να βρωμάνε. Στο σκάνδαλο εμπλεκόταν και ο αδελφός του Γεωργίου Παπαδόπουλου, Χαράλαμπος. Μάλιστα ο Μπαλόπουλος ήταν τόσο διαβόητος που είχε μείνει ο όρος “μπαλόσημο” για τις μίζες που εισέπραττε. Έγινε δε σύνθημα στα γήπεδα: Εάν κάποιος ποδοσφαιριστής δεν απέδιδε στο παιχνίδι, η κερκίδα δεν τον φώναζε “παλτό” όπως σήμερα, αλλά “βόδι Αργεντινής” ή “κρέας του Μπαλόπουλου”.
    Είχαν βέβαια ξεκινήσει το φαγοπότι με το καλημέρα.
    Μία από τις πρώτες αποφάσεις της Χούντας αφορούσε την αύξηση του μισθού του πρωθυπουργού από 23.600 σε 45.000 δραχμές και των υπουργών από 22.400 δραχμές σε 35.000 δραχμές. Θέσπισαν μάλιστα και “εκτός έδρας” της τάξως των 1.000 και 850 δραχμών αντιστοίχως και μετά άρχισαν τις περιοδείες...
    Δε τους έφτανε όμως αυτό, ήθελαν και τσάμπα σπίτια. Το 1970 θεσμοθετήθηκε η παροχή κατοικίας για αξιωματικούς που είχαν διαδραματίσει εξέχοντα ρόλο στο πραξικόπημα.
    Διήγαγαν φυσικά βίο σκανδαλωδώς πολυτελή. Τα έλεγαν οι ίδιες οι γυναίκες τους. Είναι χαρακτηριστικές οι διηγήσεις της Ντέλλας Ρουφογάλη και της Δέσποινας Παπαδοπούλου για ντόλτσε βίτα στο Παρίσι, τουαλέτες, “πεσκέσια” από όσους ήθελαν μέσω των γυναικών τους να κολακέψουν τους δικτάτορες, φρέσκα ψάρια, χαβιάρι και καβούρια να καταφθάνουν ως δώρα στο σπίτι.
    Ψέμα δεύτερο: “Ναι, αλλά η οικονομία πήγαινε καλά”
    Η Χούντα προσπάθησε να κρατήσει χαμηλά τον εξωτερικό δανεισμό, αλλά το μόνο που κατάφερε ήταν να υπερτετραπλασιαστεί ο εσωτερικός δανεισμός με την έκδοση ομολόγων και με δημιουργική δημοσιονομική λογιστική.
    Οι εργοληπτικές εταιρείες, που αναλάμβαναν κρατικά έργα (και στις οποίες φρόντιζε πάντα να “τρουπώσει” ο γαμπρός του Παττακού) έπαιρναν δάνεια από τράπεζες του εξωτερικού με την εγγύηση του ελληνικού Δημοσίου. Έτσι ο δανεισμός άλλαζε χαρακτήρα και το χρέος χαρακτηριζόταν εσωτερικό. Παρέμενε όμως βαρύς πέλεκυς πάνω από τα κεφάλια των Ελλήνων.
    Λαδάς και Ρουφογάλης μοίραζαν θαλασσοδάνεια σε “ημέτερους” και επιβάρυναν τις κρατικές τράπεζες. Το περιοδικό “Ταχυδρόμος” είχε αποκαλύψει το 1974, στην αρχή της Μεταπολίτευσης, έγγραφα του Ρουφογάλη, που ανέφεραν χαριστικά και επισφαλή δάνεια: Στα χορηγηθέντα καταγραφόταν ποσό μεγαλύτερο του 1,5 δισεκατομμυρίου δραχμών και στα υπό έγκριση ποσό μεγαλύτερου του 1,6 δισεκατομμυρίου δραχμών.
    Σε κάθε περίπτωση το δημόσιο χρέος υπερδιπλασιάστηκε επι Χούντας. Από 37,8 δισεκατομμύρια δραχμές το 1967 έφτασε τα 87,5 δισεκατομμύρια δραχμές το 1973. Το εμπορικό έλλειμμα πενταπλασιάστηκε. Οι εξαγωγές αγροτικών προϊόντων μειώθηκαν κατά 25%. Το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών οκταπλασιάστηκε.
    Όσο για την υποτιθέμενη μείωση της ανεργίας αυτή “επετεύχθη” χάρη στο γεγονός ότι μετανάστευσαν500.000 Έλληνες: Όταν φεύγουν οι άνεργοι από τη χώρα προφανώς και υπάρχουν λιγότεροι άνεργοι...
    Με δυο λόγια όπως είχε πει ο κάθε άλλο παρά κομμουνιστής Ξενοφών Ζολώτας “η οικονομική πολιτική της δικτατορίας ήταν πολιτική οικονομικής μεγεθύνσεως και όχι οικονομικής αναπτύξεως”. Και είδαμε ποιοι επωφελήθηκαν από την οικονομική μεγέθυνση.
    Ψέμα τρίτο: “Επί Χούντας έφαγε ο κόσμος ψωμάκι”
    Τη χουντική νύφη πλήρωναν βέβαια οι φορολογούμενοι πολίτες. Οι δικτάτορες μείωναν κατά τρόπο εξωφρενικό τους φόρους των επιχειρήσεων στην υγεία του φορολογούμενου κορόιδου: Το 1971 οι φοροπαλλαγές των 464 μεγαλύτερων επιχειρήσεων ήταν τριπλάσιες από τους φόρους που είχαν καταβάλει! Κάποιοι έφαγαν όχι απλώς ψωμάκι, αλλά παντεσπάνι- πάντως δεν ήταν ο κοσμάκης που επωφελήθηκε από το επταετές φαγοπότι.
    Τα νοικοκυριά σήκωναν το βάρος του 91% των φορολογικών εσόδων. Το 55% των φορολογικών εσόδων του κράτους προερχόταν από έμμεσους φόρους, που πάντοτε πλήττουν τους ασθενέστερους, και το 36% από την φορολόγηση των νοικοκυριών. Ντόπιοι και ξένοι μεγαλοκαρχαρίες όχι μόνο έμεναν ανέγγιχτοι, αλλά οι πραξικοπηματίες τους έκαναν όλα τα χατίρια, αφού άλλωστε μαζί λυμαίνονταν τη χώρα.
    Επί Χούντας ο πληθωρισμός κάλπαζε. Ο δείκτης τιμών καταναλωτή αυξήθηκε 15,3% από το 1972 στο 1973 και κατά 37,8% την επόμενη χρονιά, και μάλιστα στα είδη πρώτης ανάγκης και την υγεία. Και αυτό ενώ τη δεκαετία του 1960 η Ελλάδα είχε το μικρότερο πληθωρισμό από όλες τις χώρες του ΟΟΣΑ. Οι πραγματικοί μισθοί μειώθηκαν κατά 4%. Το υποτιθέμενο “οικονομικό θαύμα της Χούντας” δεν ήταν παρά μία προπαγάνδα.
    Ψέμα τέταρτο: “Ναι, αλλά έφτιαξαν δρόμους”
    Και δρόμους να έφτιαχναν οι δικτάτορες, θα αναιρούσε αυτό τα βασανιστήρια, τις εκτελέσεις, την τρομοκρατία, τον γύψο στο λαιμό του ελληνικού λαού; Η απάντηση για όποιον θέλει να λέγεται όχι μόνο δημοκράτης, αλλά απλά άνθρωπος, είναι αυτονόητη. Για να δούμε όμως τι δρόμους έφτιαξαν και πως.
    Όλα τα αυταρχικά καθεστώτα φροντίζουν να κάνουν και μερικά έργα, για να δείξουν ένα υποτιθέμενο κοινωνικό πρόσωπο και επειδή γνωρίζουν πολύ καλά ότι δεν έχουν τη στήριξη του λαού. Καμία φορά όμως οι δρόμοι δε φτιάχνονται καθόλου, αλλά κάποιοι πλουτίζουν ως εκ θαύματος- θα είχαν προσευχηθεί στον προαναφερόμενο ναό του Σωτήρος που δεν κατασκευάστηκε ποτέ φαίνεται...
    Το πιο τρανταχτό παράδειγμα είναι η περίπτωση της Εγνατίας, που φυσικά δεν κατασκευάστηκε επί Χουντας. Αυτό δεν εμπόδισε κάποιους να βγάλουν λεφτά όμως.
    Ο Αμερικανός “ενδιάμεσος” Ρόμπερτ Μακντόναλντ πήρε αμέσως τη δουλειά χωρίς καμία μελέτη και μπορεί να μην έφτιαξε την Εγνατία, έφτιαξε όμως την τύχη του τσεπώνοντας 4,5 εκατομμύρια ως αμοιβή και περίπου 33 εκατομμύρια δραχμές σε ομόλογα του ελληνικού δημοσίου έναντι των εξόδων του.
    Συνήθως αυτό το ψέμα περί δρόμων, πάει πακέτο με το “χάρισαν τα χρέη στους αγρότες” και “αύξησαν τις κοινωνικές δαπάνες”.
    Πράγματι η Δικατορία τον πρώτο χρόνο διέγραψε χρέη των αγροτών γιατί όπως είπαμε τα ολοκληρωτικά καθεστώτα πάντα προβαίνουν σε κινήσεις με στόχο να αποκτήσουν το λαϊκό έρεισμα που δεν έχουν ή/και να περιορίσουν τις αντιδράσεις εναντίον τους. Κατάφεραν όμως πέραν όλων των άλλων να διαλύσουν και την αγροτική παραγωγή, να μειώσουν το κατά κεφαλήν αγροτικό εισόδημα, με αποτέλεσμα οι αγρότες να μεταναστεύουν και έτσι η Ελλάδα να μειώσει τις εξαγωγές και να αυξήσει τις εισαγωγές αγροτικών προϊόντων.
    Επίσης πράγματι τον πρώτο χρόνο η Χούντα αύξησε τις κοινωνικές δαπάνες ως ποσοστό του ΑΕΠ. Και μετά άρχισε να τις μειώνει χρόνο με το χρόνο, έτσι όταν κατάρρευσε αυτό το τραγικό ανέκδοτο το ποσοστό των κοινωνικών δαπανών επί του ΑΕΠ είχε πέσει στα επίπεδα του 1965.
    Ψέμα πέμπτο: “Ναι, αλλά δεν έκαναν ρουσφέτια”
    Συχνά οι ξεδιάντροποι υπερασπιστές της Χούντας, καταγγέλλουν την οικογενειοκρατία, που επί Δικτατορίας δεν υπήρχε, διότι μπορεί να ήταν λίγο φασίστες βρε αδερφέ, αλλά ήταν έντιμοι.
    Ας δούμε πόσο έντιμοι ήταν και πόσο δεν βόλευαν τους δικούς τους.
    Ο Γεώργιος Παπαδόπουλος διόρισε τον έναν αδελφό του Κωνσταντίνο Παπαδόπουλο στρατιωτικό ακόλουθο, γενικό γραμματέα του υπουργείου Προεδρίας, Περιφερειακό Διοικητή Αττικής αλλά και Υπουργό παρά τω Πρωθυπουργώ, και τον άλλο αδελφό του Χαράλαμπο Παπαδόπουλο γενικό γραμματέα του υπουργείου Δημόσιας Τάξης.
    Ο Παττακός ήταν πάλι καλός πεθερός, αφού φρόντισε να αναλάβει ο γαμπρός του Ανδρέας Μεϊντάσης τεχνικά έργα στο δήμο Αθηναίων (όπως το υπόγειο γκαράζ στην Κλαυθμώνος) και μελέτες αξιοποίησης δημοτικών ακινήτων λαμβάνοντας... “ευτελή” ποσά της τάξως του ενός εκατομμυρίου και εκατό χιλιάδων δραχμών!
    Ο Νικόλαος Μακαρέζος πάλι διόρισε τον κουνιάδο του Αλέξανδρο Ματθαίου υπουργό Γεωργίας και υπουργό Βορείου Ελλάδος. Ο Ιωάννης Λαδάς διόριζε συγγενείς του στην ΑΣΔΕΝ και το υπουργείο Κοινωνικών Υπηρεσιών.
    Ψέμα έκτο: “Ναι, αλλά ήταν πατριώτες”
    Πως γίνεται την πατρίδα πάντα να την προδίδουν αυτοί που δηλώνουν με στόμφο τον υποτιθέμενο πατριωτισμό τους;
    Προδοσία της πατρίδας είναι εξαρχής η κατάλυση της Δημοκρατίας, οι φυλακίσεις, εκτελέσεις και βασανισμοί Ελλήνων, η αφαίμαξη του δημόσιου ταμείου προς ίδιον όφελος. Αλλά οι πραξικοπηματίες δεν σταμάτησαν εκεί.
    Παπαδόπουλος και Ιωαννίδης όχι μόνο διέλυσαν τον ελληνικό στρατό, αλλά -ως αποδεδειγμένα πράκτορες της CIA και πιόνια του Κίσινγκερ- πρόδωσαν την Κύπρο, δίνοντας με το ανόητο πραξικόπημα την αφορμή στην Τουρκία να εισβάλλει στη Κύπρο.
    Παρέδωσαν μια χώρα κυριολεκτικά στα συντρίμμια και θυσίασαν τις ζωές χιλιάδων Ελληνοκυπρίων στις προσταγές των ξένων, εξυπηρετώντας τη συνωμοσία κατά του Ελληνισμού. Πέτυχαν αυτό που έγκαιρα είχε προβλέψει, από το 1968, ο Ευάγγελος Αβέρωφ ότι δηλαδή, «δυστυχώς το καθεστώς των συνταγματαρχών θα καταρρεύσει επί των ερειπίων και του αίματος του Ελληνισμού!»
    Οι συνταγματάρχες με «αριστοτεχνικό» τρόπο εκτέλεσαν το σχέδιο των Αμερικανών οι οποίοι ήδη από το 1964 μιλούσαν για διχοτόμηση της Κύπρου. Μαζί με τον Γρίβα και την ΕΟΚΑ Β΄ (που χρηματοδοτούνταν από τη CIA) συνωμότησαν για την ανατροπή του Μακάριου με το επιχείρημα περί “κομμουνιστικού κινδύνου”. Το μόνο που τους ενδιέφερε ήταν να κάνουν το χατίρι της CIA, που τόσο άλλωστε τους είχε στηρίξει. Μάλιστα η Χούντα φέρεται να ενημέρωσε απευθείας την Τουρκία πως «όσο είναι ο Γρίβας στο νησί δεν θα χυθεί τουρκικό αίμα». Κατά τον ανταποκριτή του BBC, Λέσλι Φίσερ ο Γρίβας ως αρχηγός της ΕΟΚΑ –Β είχε σταλεί με σκοπό τη δημιουργία ταραχών ώστε να επέμβουν οι συνταγματάρχες και να «αποκαταστήσουν την τάξη». Έτσι και έγινε. Μόνο που αυτό προκάλεσε την τραγωδία.
    Πέντε ημέρες μετά το πραξικόπημα της Χούντας, στις 20 Ιουλίου 1974, οι Τούρκοι μπαίνουν στην Κύπρο, αποβιβάζοντας 30.000 στρατιώτες.
    Κατά το δεύτερο Αττίλα και ενώ η Δικτατορία είχε καταρρεύσει υπό το βάρος της προδοσίας της Κύπρου, ο Κωνσταντίνος Καραμανλής διαπίστωσε ότι οι πραξικοπηματίες είχαν αφήσει την Ελλάδα παντελώς γυμνή από στρατιωτικής απόψεως και ανέτοιμη για εμπλοκή με την Τουρκία.
    Όπως του εξήγησαν οι αρχηγοί των Ενόπλων Δυνάμεων, ετοιμοκίνητο στην Κρήτη δεν ήταν παρά μόνο ένα σμήνος πολεμικών αεροσκαφών. Για να φτάσουν στην Κύπρο θα έπρεπε να φορτώνουν μόνο δύο αντί για τέσσερις βόμβες. Ακόμη και εάν δεν αναχαιτίζονταν και πετύχαιναν τους στόχους τους, δε θα μπορούσαν να επιστρέψουν στη βάση τους. Τα Φάντομ δεν μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν γιατί δεν είχε ολοκληρωθεί η εκπαίδευση του προσωπικού τους. Τα Μιράζ και τα Κορσέρ δεν είχαν ακόμη φτάσει. Το ΝΑΤΟ και η Μεγάλη Βρετανία ένιπταν τας χείρας τους. Οι πραξικοπηματίες είχαν παραδώσει την Κύπρο και την Ελλάδα χωρίς καμία σκέψη.
    Ψέμα έβδομο: “Ναι, αλλά αν δεν μιλούσες, δε σε πείραζε κανείς, μόνο τους κομμουνιστές κυνηγούσαν”
    Πόσο αναξιοπρεπής πρέπει να είναι κανείς για να μένει ευχαριστημένος που δεν τον πειράζει ένας δικτάτορας επειδή δεν τολμάει να διαφωνήσει; Πόσο απάνθρωπος μπορεί να είναι για να μην τον πειράζει να διώκονται και να δολοφονούνται άνθρωποι επειδή έχουν διαφορετική πολιτική ιδεολογία από εκείνον;
    Πέρα από αυτά τα ερωτήματα με αυτονόητες ελπίζουμε απαντήσεις, η Χούντα δίωξε και βασάνισε απηνώς τους αριστερούς, αλλά όχι μόνο.
    Τη νύχτα της 21ης Απριλίου μία από τις πρώτες κινήσεις των πραξικοπηματιών ήταν να συλλάβουν το σύνολο σχεδόν του πολιτικού κόσμου της χώρας, δεξιούς και κεντρώους. Και δε δίστασαν να συλλάβουν και να βασανίσουν δημοκράτες που κάθε άλλο παρά κομμουνιστές ήταν. Αντιστάθηκαν όμως στη Χούντα και το πλήρωσαν.
    Ο Τάσος Μήνης είχε φέρει σε πολύ δυσκολη θέση τη Χουντα ως αξιωματικός και ήρωας του Ελ Αλαμέιν. Αυτό δε τον γλύτωσε φυσικά από τα βασανιστήρια. Αυτός ο πραγματικός πατριώτης δεν άνοιξε το στόμα του στη φυλακή, αλλά μιλήσε στη δίκη, καταπέλτης κατά των προδοτών της πατρίδας και της Δημοκρατίας:
    “Ως αξιωματικός ορκίστηκα να τηρώ το Σύνταγμα. Και το τελευταίο άρθρο του Συντάγματος λέει ότι η τήρηση του Συντάγματος επαφίεται στον πατριωτισμό των Ελλήνων. Θεώρησα σωστό να τηρήσω τον όρκο μου”.
    Ο Σπύρος Μουστακλής είχε αγωνιστεί στην Εθνική Αντίσταση με την οργάνωση ΕΟΕΑ-ΕΔΕΣ του καθόλου κομμουνιστή Ναπολέοντα Ζέρβα, με την οποία και έλαβε μέρος σε πολλές μάχες. Το 1948-49 ως αξιωματικός πεζικού συμμετείχε σε μάχες εμφυλιου πολέμου, ενώ το 1952-53 πολέμησε στην Κορέα. Παρασημοφορήθηκε πολλές φορές για τη δράση του. Συνελήφθη για τη συμμετοχή του στο Κίνημα του Ναυτικού, βασανίστηκε και έμεινε ανάπηρος μέχρι το τέλος της ζωής του.
    Αριστεροί και μη, όσοι αντιστάθηκαν στη Χούντα υπέστησαν φρικαλέα βασανιστήρια.
    Βίκυ Σαμαρά(News247)
    Ο Διονύσης Ελευθερατος έχει γράψει ένα σημαντικό βιβλίο με ολα τα οικονομικά (και όχι μόνο) θαύματα της Χούντας.
    Εσείς που μου στέλνετε υμνωδιες για το "κίνημα" των αξιωματικών ,για την 7ετη ανάπτυξη της χώρας και το άμεμπτο φρόνημα των κινηματιων , πιστεύω πως η ανάγνωση του ίσως και να συνεισφερε στην νοητική σας ακαμψία.

     διάφορα
  • Για τους νοσταλγούς και τους εορτάζοντες της 21ης Απριλιου

    ea58ceb4-0093-4f7d-ab8f-8c5c118df50a-image.webp

    κυκλοθυμικος/fb

    «Οικονομία στα ύψη και ψωμάκι στους φτωχούς»

    • Το 1972 το εξωτερικό χρέος της Ελλάδας έγινε 1,5 φορά μεγαλύτερο απ’ όσο είχε φθάσει σε διάστημα 145 χρόνων, από την ίδρυση της χώρας. Ακόμα και το δημόσιο εξωτερικό χρέος που από την εθνική ανεξαρτησία ως το 1966 δεν ξεπερνούσε τα 300 εκατομμύρια δολάρια έφθασε κατά την τελευταία εξαετία τα 700 εκατ. δολάρια, το δε εσωτερικό δημόσιο χρέος από 32 δισ. δρχ. φθάνει τώρα περίπου τα 80 δις. (Βήμα, 20.10.1973)
    • Το Μάιο του 1972 η Χούντα απάλλαξε τον Ελληνοαμερικανό επιχειρηματία Τομ Πάπας από τις αντισταθμιστικές υποχρεώσεις, για έξι αγροτοβιομηχανικές μονάδες σε διάφορες περιοχές της χώρας. Το 1968 παραχώρησαν στο ίδιο πρόσωπο τη δυνατότητα να ανοίξει εργοστάσιο της Coca Cola βάζοντας ουσιαστικά ταφόπλακα στα ελληνικά εργοστάσια αναψυκτικών.
    • Τα επίπεδα της ανεργίας κυμάνθηκαν στα ίδια επίπεδα με τα προδικτατορικά χρόνια. Το 1969, μάλιστα, τα ποσοστά της ανεργίας έφτασαν στο ζενίθ της 10ετίας.
    • Η άνοδος των τιμών κατά 40%-45% το 1973 υπερκάλυψε την αύξηση των αστικών εισοδημάτων ενώ το αγροτικό εισόδημά άρχισε να συρρικνώνεται σημαντικά. (Αδαμάντιος Πεπελάσης, 2.8.1974).
    • Η δραχμή υποτιμήθηκε μετά το 1971 και αυξήθηκαν τρομακτικά οι τιμές. Το κρέας ανατιμήθηκε 38%, ο ετήσιος πληθωρισμός απ’ το 4,4% αυξήθηκε στο 15,6% και μετά εκτινάχθηκε στο 26,9%. Συνολικά το μερίδιο εργασίας στο παραγόμενο προϊόν έπεσε από 40,2% το 1967 σε 32,2% το 1971.
    • Ο μέσος εργατικός μισθός δεν έφτανε να ικανοποιήσει ούτε τα δύο τρίτα των βασικότερων αναγκών μιας οικογένειας. Ακόμη χειρότερα για τον μισό σχεδόν πληθυσμό, δηλαδή στον πρωτογενή τομέα, το αγροτικό εισόδημα ήταν το 46% του αστικού.
    • Οι φόροι των εφοπλιστών μειώθηκαν 4 φορές. Η ένωση εφοπλιστών όρισε το Γεώργιο Παπαδόπουλο ισόβιο πρόεδρο της.
    • Οι διαγραφές χρεών στον αγροτικό πληθυσμό αφορούσε κυρίως φιλοχουντικές ενώσεις κι όχι απλούς αγρότες.
      «Η Χούντα δεν πείραζε, ελάχιστους μόνο.»
    • 7.840 καταγεγραμμένα άτομα φυλακίστηκαν, εξορίστηκαν και βασανιστήκαν. (Όσο περίπου ολόκληρος ο πληθυσμός της Σάμου).
    • Γίνονται 3300 στρατοδικεία.
    • Διαλύονται 430 συνδικαλιστικές οργανώσεις.
    • Αποστρατεύονται 400 αξιωματικοί του στρατού ξηράς και τα 9/10 της πολεμικής αεροπορίας.
    • Αναστέλλεται η λειτουργία αριστερών εφημερίδων
    • Στις 12 Δεκεμβρίου 1969 η Ελλάδα αποχωρεί από το Συμβούλιο της Ευρώπης, για να μην καταδικαστεί για τους βασανισμούς κρατουμένων και την κατάφωρη παραβίαση των ατομικών δικαιωμάτων και ελευθεριών, μετά από προσφυγή των Σκανδιναβικών κρατών Δανίας, Νορβηγίας , Σουηδίας αλλά και της Ολλανδίας.
    • Δολοφονούνται ο Παναγιώτης Ελλής στον Ιππόδρομο του Φαλήρου, ο βουλευτής της Αριστεράς Νικηφόρος Μανδηλαράς, ο Γιάννης Χαλκίδης, ο πρώην βουλευτής της Ε. Δ. Α. Γιώργος Τσαρουχάς μετά από άγριο ξυλοδαρμό κατά τη διάρκεια ανάκρισης, ο ακόλουθος της Ελληνικής Πρεσβείας στην Κοπεγχάγη Γ. Μαυρογένης, η Μαρία Καλαβρού επί της οδού Πατησιων, ο 15χρονος Βασίλης Πεσλής στην Πλατεία Αμερικής και σώζεται από θαύμα αλλά με βαριές και μόνιμες βλάβες ο Σπύρος Μουστακλής. Μαζί με τους νεκρούς του Πολυτεχνείου, οι φονευθέντες από τη χούντα ανέρχονται στους 86.
      «Ναι, αλλά έφτιαχναν δρόμους.»
    • Ο Μακαρέζος υπέγραψε με τον εργολάβο Ρόμπερτ Μακντόναλντ, από τις ΗΠΑ, σύμβαση για την κατασκευή της Εγνατίας Οδού, το 1/3 των εξόδων (150 εκατομμύρια) θα το έβαζε το κράτος, παρ’ όλα αυτά γρήγορα η κρατική συνεισφορά ενισχύθηκε με εγγύηση δανείων στο Μακντόναλντ, με αμέτρητα ομόλογα, με 4,5 εκ. δολάρια ως προκαταβολή, κτλ. Αρκετά πριν ολοκληρωθεί το έργο, ο Μακντόναλντ έφυγε, όπως και χρήματα από τα κρατικά ταμεία.
      «Η χώρα ήταν αυτόνομη, δεν την οδηγούσαν τα ξένα συμφέροντα.»
    • Ο στρατηγός Παττακός δήλωσε στον αεροπορικό ακόλουθο των ΗΠΑ ότι το πραξικόπημα σχεδιάστηκε “για να διασφαλιστεί η εσωτερική ηρεμία, η νομιμοφροσύνη προς τον βασιλέα και η αφοσίωση στο ΝΑΤΟ και τη Δύση». (έγγραφο CIA)
    • Η Χούντα προσφέρει 550.000 δολάρια μέσω μυστικών υπηρεσιών στην εκλογική εκστρατεία του Νίξον. Τον Αύγουστο του 1972 σε ομιλία του στο Αμερικανικό Κογκρέσο ο Πρόεδρος Ρ. Νίξον τονίζει την στρατηγική σημασία της "φίλης κυβέρνησης" της Ελλάδας για μια "βιώσιμη πολιτική προς διάσωση του Ισραήλ". Στις 21 Ιανουαρίου του επόμενου έτους η Χούντα υπογράφει στρατιωτική συμφωνία με τις Η.Π.Α.
    • Η Litton, αμερικάνικη επενδυτική εταιρεία, χορηγήθηκε από τη δικτατορία με 1,2 εκατομμύρια δραχμές κι ένα σύνολο προνομίων για να φέρουν επενδύσεις ύψους 840 εκατομμυρίων δολαρίων. H CIA πανηγυρίζει καθώς αυτή η σύμβαση παρεμποδιζόταν ως τότε από τις «αριστερόφιλες κυβερνήσεις της μετακαραμανλικής περιόδου». Λίγα χρόνια αργότερη η υπόθεση αποδεικνύεται φούσκα κι η ίδια η χούντα τερματίζει τη σύμβαση.
    • Ο αντιπρόεδρος τής Αμερικάνικης κυβέρνησης Σπύρος Άγκνιου επισκέπτεται την χώρα μας (Οκτώβριος 1971) και χαρακτηρίζει το καθεστώς ως «απαραίτητον γραμμήν αμύνης» λόγω της αυξημένης παρουσίας του σοβιετικού στόλου στην Μεσόγειο και σημειώνει ότι: Ορισμέναι από τας βάσεις εις την Ελλάδα είναι αναντικατάστατοι από πλευράς στρατηγικής σημασίας για την ασφάλεια …των Ηνωμένων Πολιτειών.
      Το μακέλεμα στην Κύπρο από τους «πατριώτες»
    • Το 1964 για πρώτη φορά οι Αμερικάνοι μιλάνε ανοιχτά για τη διχοτόμηση της Κύπρου. (σχέδιο Άτσεσον). Σκοπός ο περιορισμός του Μακάριου, που φοβούνται ότι θα συνεργαστεί με την ΕΣΣΔ. Συχνά στα έγγραφα παρουσιάζεται ως «Κάστρο» της Μεσογείου.
    • Η Ελληνοτουρκική κρίση του 1967 οδηγεί στην απόσυρση τής Ελληνικής μεραρχίας από την Κύπρο. Το πρώτο και το πιο σημαντικό βήμα για την εισβολή με το που αναλαμβάνει η Χούντα τα ηνία.
    • Ο Παπαδόπουλος ζητά «διευκολύνσεις» για τους Τουρκοκυπρίους, ως αποτέλεσμα της συμμαχία των τριών πόλων: Χούντα, ΝΑΤΟ, Τουρκία.
    • Ο ΕΟΚΑ Β συγκροτείται δήθεν για να διώξει τους Τουρκοκύπριους, ώστε οι…υπερπατριώτες να ενώσουν το νησί με την Ελλάδα, την ίδια ώρα που ο Παπαδόπουλος εγγυάται στην Τουρκία ότι «όσο είναι ο Γρίβας στο νησί δεν θα χυθεί τουρκικό αίμα». Μόνος στόχος είναι ξεκάθαρα ο Μακάριος. Με εντολή ΗΠΑ και χρηματοδότηση της CIA.
    • Ο ΕΟΚΑ Β κι οι πράκτορες της Αθήνας βασανίζουν, σκοτώνουν και τρομοκρατούν κυρίως πολιτικούς αντιπάλους της Χούντας και της Αμερικής. Η Χούντα κάνει την απαγωγή του υπουργού Δικαιοσύνης (Χρ. Βάκη), δολοφονεί τον Υπουργό Εσωτερικών (Π. Γεωρκατζή), οργανώνει βομβιστική επίθεση στο σπίτι του Υπουργού Εσωτερικών (Γ. Ιωαννίδη) ευθύνεται για τις 32 εκρήξεις σε μια μέρα σε Πάφο, Λάρνακα και Λεμεσό, σχεδιάζει πραξικοπήματα με τανκς, οβίδες και πολυβόλα, αποπειράται να σκοτώσει το Μακάριο ξανά και ξανά.
    • Στις 15 Ιουλίου του 1974, Ελληνικές Μονάδες και οι ελεγχόμενες από Ελλαδίτες αξιωματικούς μονάδες της Εθνοφρουράς στην Κύπρο προχωρούν σε πραξικόπημα εναντίον της Κυβέρνησης της Κυπριακής Δημοκρατίας. Πρώτος στόχος τους η δολοφονία του Μακάριου. Αποτυγχάνει. Ο αρχιεπίσκοπος Μακάριος καταγγέλλει τη Χούντα.
    • Πλέον είναι γνωστό πως η Χούντα ήξερε τις συνέπειες που θα είχε ένα πραξικόπημα. Πλέον είναι γνωστό ότι ο Ιωαννίδης είχε σχεδιάσει με τους άλλους 2 συμμάχους του ΝΑΤΟ (δηλαδή Αμερική) και Τουρκία την εισβολή μέχρι λεπτομέρειας κι είχε συμφωνηθεί ακόμα και μέχρι πού θα εκτείνεται το ψευδοκράτος. Τίποτα δεν ήταν τυχαίο.
    • Στις 20 του μήνα εισβάλει στην Κύπρο ο τουρκικός στρατός. Ο πρώτος Αττίλας. Η Ελλάδα μένει χωρίς συμμάχους, η Χούντα αποκηρύσσεται διεθνώς και καταρρέει. Λίγες μέρες μετά στην παρατημένη κι από τη δημοκρατική Ελλάδα Κύπρο γίνεται κι ο δεύτερος Αττίλας. Τα στρατόπεδα είναι άδεια, δεν έχουν αφήσει ούτε σφαίρα μην τυχόν και χαλάσει το σχέδιο τελευταία στιγμή. Στο 37% της Κύπρου υπάρχει πια ένα ψευδοκράτος. 6 χιλιάδες νεκροί, 3 χιλιάδες αγνοούμενοι, 150 χιλιάδες πρόσφυγες. Αυτοί εί-ναι οι «πατριώτες» και σε νούμερα. Αυτοί βγάζουν και σήμερα τα πατριδόμετρα. Φτύσιμο στη μούρη τους.
    • Οι προδότες της ΕΟΚΑ Β στήνουν μετά τον πρώτο Αττίλα εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας, σκοτώνουν με χιτλερικό τρόπο άμαχους Τουρκοκύπριους (Η σφαγή της Μαράθας, του Σανταλάρη και της Αλόας), βιάζουν γυναίκες και παιδιά, καλούν κόσμο να συμμετέχει στο όργιό τους. Έτσι ξεπλένουν τις προδοσίες οι φασίστες. Μετά τη Δεύτερη εισβολή, διαλύονται. Φυσικά.
      Διαφθορά, «τα καθαρά χέρια» της Χούντας
    • Διπλασιασμός του πρωθυπουργικού μισθού: Από τις 23.600 τον ανέβασαν στις 45.000 δρχ
    • Με την ίδια ρύθμιση αυξήθηκαν οι αποδοχές των υπουργών και υφυπουργών, από τις 22.400 στις 35.000 δρχ
    • Θεσπίστηκαν επίσης και ημερήσια «εκτός έδρας» χίλιες δρχ για τον πρωθυπουργό και 850 για υπουργούς και υφυπουργούς.
    • Ο αρχηγός Παπαδόπουλος έκανε τον έναν αδελφό του, τον Κωνσταντίνο, στρατιωτικό ακόλουθο, Γενικό Γραμματέα του Υπουργείου Προεδρίας, Περιφερειακό Διοικητή Αττικής και «υπουργό παρά τω πρωθυπουργώ»
    • Ο Παττακός αποφάσισε να αναθέσει στο γαμπρό του, τον Αντρέα Μεϊντάση, διάφορες επικερδείς δουλειές με το Δήμο Αθηναίων. Κατασκευή υπόγειου γκαράζ στην πλατεία Κλαυθμώνος, τεχνικές μελέτες, κλπ.
    • Ο Μακαρέζος διόρισε τον κουνιάδο του, Αλέξανδρο Ματθαίου, υπουργό Γεωργίας και – αργότερα- Βόρειας Ελλάδας. Αργότερα αποδείχτηκε η εμπλοκή του σε διάφορα σκάνδαλα.
    • Ο Ρουφογάλης, αρχηγός της Κεντρικής Υπηρεσίας Πληροφοριών της Χούντας, σύμφωνα με το περιοδικό Ταχυδρόμος εμφανίζεται να εξασφαλίζει δανειοδοτήσεις σε «ημετέρους», φυσικά με επιβάρυνση των κρατικών τραπεζών. Στα «χορηγηθέντα» δάνεια καταγραφόταν ποσό άνω του 1,5 δισεκατομμυρίου και στα «υπό έγκρισιν» πάνω του 1,6 δισεκατομμυρίου δρχ.
    • Για τον νέο «πρωθυπουργό», Αδαμάντιο Ανδρουτσόπουλο, επισημαίνεται, τέλος, πως «η υπόληψή του πάσχει από φήμες για ανάμιξη σε διαφθορά κατά τη διάρκεια της κυβερνητικής υπηρεσίας του» ως υπουργού Οικονομικών (1967-71) και Εσωτερικών (1971-73) του Παπαδόπουλου. (έγγραφο CIA)
      Πολιτισμός, παιδεία κι…αρχαιότητα
    • Απαγορεύεται η διδασκαλία της Αντιγόνης από τα σχολεία.
    • Ακόμη κι ο θεσμός των φροντιστηρίων είναι αποτέλεσμα των εκατοντάδων απολύσεων της Χούντας σε εκπαιδευτικούς με αριστερά φρονήματα.
    • 75 Ελληνικές και ξένες ταινίες λογοκρίθηκαν. Από Παζολίνι και Θόδωρο Αγγελόπουλο μέχρι τσόντες κι Όμηρο Ευστρατιάδη. Την πλήρωσε μέχρι και ο «Παπατρέχας» με το Θανάση Βέγγο λόγων αναφορών στην Αριστερά και στο Μίκη Θεοδωράκη.
    • Διαλύονται 24 πολιτισμικά σωματεία.
    • Ένας στους έξι κατοίκους ήταν αναλφάβητος, ενώ ο αριθμός των 100 μαθητών ανά τάξη δεν ήταν η εξαίρεση.
    • Η Μελίνα Μερκούρη χάνει την ελληνική ιθαγένειά της.
    • Η Αμερικάνικη μουσική γίνεται μόδα -μετά το στόλο και τις βάσεις- μέσα από την κρατική τηλεόραση και το…Νίκο Μαστοράκη, που επί δικτατορίας Παπαδόπουλου έπαιρνε κι «υπέροχες» συνεντεύξεις από βασανισμένους του Πολυτεχνείου.
    • Συναυλίες ακυρώνονται με στρατιωτική βία, θεατρικά έργα απαγορεύονται. Ελάχιστα καλλιτεχνικά έργα ξεφεύγουν (Το Μεγάλο μας τσίρκο, Αχ χελιδόνι μου, Εκείνος κι Εκείνος) κυρίως λόγω της αδυναμίας των συνταγματαρχών να καταλάβουν τις αλληγορίες.
    • Δεκάδες καλλιτέχνες συλλαμβάνονται ή/και εξορίζονται (Μίκης Θεοδωράκης, Διονύσης Σαββόπουλος, Μανώλης Ρασούλης, Σταύρος Παράβας κτλ). Πολλοί αυτοεξορίζονται.
    • Πάνω από 800 βιβλία Ελλήνων και ξένων συγγραφέων θεωρήθηκαν «επικίνδυνα» και αποσύρθηκαν από τις προθήκες των βιβλιοπωλείων ή καταστράφηκαν. Δεν ξέφυγαν ούτε οι μεγάλοι μας τραγικοί, Αισχύλος και Ευριπίδης, ούτε ο Αριστοφάνης, ούτε ο Κολοκοτρώνης, ο Καραϊσκάκης, ο Ρήγας αλλά κι ο Τολστόι, ο Μπαλζάκ, η Μποβουάρ, ο Σαρτρ.
      «Ήταν μια αυθόρμητη πατριωτική δράση.»
    • Ο....πατριώτης Γιώργος Παπαδόπουλος «υπηρέτησε το έθνος» ως Χίτης δίπλα στο συνεργάτη των ναζί κατακτητών Γεώργιο Γρίβα και γλίτωσε τις συνέπειες τής δράσης του επειδή το 1944, με τη βοήθεια των βρετανικών μυστικών υπηρεσιών, διέφυγε στη Μέση Ανατολή, όπου και του απονεμήθηκε ο βαθμός του υπολοχαγού. Μετά στρατιωτικές σπουδές στις ΗΠΑ και στρατολόγηση από τη CIA.
    • Συμμετείχε σε διάφορες αμερικανοκινούμενες παρακρατικές οργανώσεις και κυρίως στον ΙΔΕΑ.
    • Tο 1951 συμμετείχε ως στρατοδίκης με τον βαθμό του ταγματάρχη στην πρώτη δίκη του Νίκου Μπελογιάννη.
    • Το 1956 ο βασιλιάς Παύλος τον σώζει από τις συνέπειες για τη δράση του στην απόπειρα πραξικοπήματος με την «Ένωσης νέων Ελλήνων αξιωματικών»
    • Το 1961 συμμετείχε ενεργά στο σχέδιο «Περικλής» κι έπαιξε σημαντικό ρόλο στις εκλογές της βίας και της νοθείας. Δεν τιμωρήθηκε.
    • Ηγήθηκε στο «σαμποτάζ του Έβρου». Η προβοκάτσια αποκαλύφθηκε κι η ποινή ήταν....15 μέρες φυλακή.
    • Από το φθινόπωρο του 1966 τοποθετείται στη θέση - κλειδί του διευθυντή του 3ου Επιτελικού Γραφείου του ΓΕΣ, όπου ρυθμίζει επιχειρήσεις και μεταθέσεις και θέτει τις βάσεις του πραξικοπήματος της 21ής Απριλίου...αυθόρμητα.
      Μετανάστευση
      Αν μη τι άλλο η Χούντα σημείωσε σπουδαίο έργο στο μεταναστευτικό, όχι στους εισερχόμενους καθώς τότε τα σύνορα με τους γείτονες ήταν κλειστά λόγω του Ψυχρού πολέμου, αλλά κυρίως στους εξερχόμενους. Συγκεκριμένα, το 1971 μόνο έφυγαν 136.000 μετανάστες. Μέχρι το 1972 είχαν ζήσει ως μετανάστες μόνο στη Γερμανία κοντά στο 1 εκατομμύριο Έλληνες.
      Οι νεκροί του Πολυτεχνείου
      Φυσικά το πρόβλημα του κάθε νεοφασίστα είναι αν οι νέοι του 1973 σκοτώθηκαν πίσω ή μπροστά από τα κάγκελα του Πολυτεχνείου, κάτι σαν ένα νεοφασιστικό οφσάιντ. Για χρόνια ζητούσαν ονόματα και στοιχεία. Εδώ, λοιπόν, η λίστα των ανθρώπων που θυσιάστηκαν, εκατοντάδες ακόμα τραυματίστηκαν, βασανίστηκαν, έπαθαν μόνιμες βλάβες ή δολοφονήθηκαν αργότερα:
      Σπυρίδων Κοντομάρης (ετών 57, δικηγόρος, 16.11.1973, ώρα 20.30)
      Διομήδης Κομνηνός (ετών 17, μαθητής, 16.11.1973, ώρα 21.30)
      Σωκράτης Μιχαήλ (ετών 57, εμπειρογνώμων ασφαλιστικής εταιρείας , 16.11.1973, ώρα μεταξύ 22.30 & 23.00)
      Βασίλειος Φάμελλος (ετών 26, ιδιωτικός υπάλληλος, 16.11.1973, ώρα 23.30)
      Torill Engeland Magrette (ετών 22, 16.11.1973, φοιτήτρια, ώρα 23.30)
      Γεώργιος Σαμούρης (ετών 22, 16.11.1973, φοιτητής ώρα 24.00)
      Δημήτριος Κυριακόπουλος (ετών 35, οικοδόμος 16.11.1973, βραδινή ώρα )
      Σπύρος Μαρίνος (Γεωργαράς) (ετών 35, ιδιωτικός υπάλληλος, 16.11.1973, βραδινή ώρα)
      Νικόλαος Μαρκούλης (ετών 24 , εργάτης, 17.11.1973, πρωινή ώρα)
      Αικατερίνη Αργυροπούλου (ετών 76, 17.11.1973, ώρα 10.00)
      Στυλιανός Καραγεωργής (ετών 19, οικοδόμος, 17.11.1973, ώρα 10.15)
      Μάρκος Καραμανής (ετών 23, ηλεκτρολόγος, 17.11.1973, ώρα 10.30)
      Αλέξανδρος Σπαρτίδης (ετών 16, μαθητής 17.11.1973, ώρα 10.30-11.00)
      Δημήτριος Παπαϊωάννου (ετών 60, διευθυντής ταμείου αλευροβιομηχάνων, 17.11.1973, ώρα 11.30)
      Γεώργιος Γεριτσίδης (ετών 48, εφοριακός υπάλληλος, 17.11.1973, ώρα 11.30)
      Βασιλική Μπεκιάρη (ετών 17, μαθήτρια, 17.11.1973, ώρα 12.00)
      Δημήτρης Θεοδωράς (ετών 5 1/2, 17.11.1973, ώρα 13.00)
      Αλέξανδρος Βασίλειος (Μπασρί) Καράκας (ετών 43, ταχυδακτυλουργός, 17.11.1973, ώρα 13.00)
      Αλέξανδρος Παπαθανασίου (ετών 59, συνταξιούχος εφοριακός, 18.11.1973, ώρα 10.00)
      Ανδρέας Κούμπος (ετών 63, βιοτέχνης, 18.11.1973, ώρα 11.00)
      Μιχαήλ Μυρογιάννης (ετών 20, ηλεκτρολόγος, 18.11.1973, ώρα 12.00)
      Κυριάκος Παντελεάκης (ετών 43, δικηγόρος, 18.11.1973, ώρα 12.00-12.30)
      Ευστάθιος Κολινιάτης (ετών 47, 18.11.1973)
      Ιωάννης Μικρώνης (ετών 22 φοιτητής, συμμετείχε στην κατάληψη του Πανεπιστημίου Πατρών)
      Α Θ Α Ν Α Τ Ο Ι

    https://www.politeianet.gr/el/products/9789604991303-dionushs-eleftheratos-motibo-ekdotikh-topos-lamogia-sto-xaki-oikonomika-thafmata-kai-thumata-ths-xoudas

     διάφορα history greece cia
  • κατηγορητήριο εναντίον ενός πολιτισμού που έχει μάθει να διοικεί τα πάντα, εκτός από την ανθρώπινη απελπισία.

    Manos Lamprakis

    728ef64e-f420-4334-9a78-5eb75f1e97ce-image.webp

    Σήμερα το πρωί, καθώς ήμουν στο Σύνταγμα για μια δουλειά, περνώντας μπροστά από το Υπουργείο Τουρισμού στη λεωφόρο Αμαλίας, βρέθηκα ξαφνικά να πατώ πάνω στο ίδιο οδόστρωμα όπου χθες το πρωί μια γυναίκα, υπάλληλος του υπουργείου, έδωσε τέλος στη ζωή της πέφτοντας από τον δεύτερο όροφο. Και εκεί, μέσα στην πιο συνηθισμένη αθηναϊκή διαδρομή, στην πιο περιπατητική γεωγραφία της πρωτεύουσας, συνέβη κάτι που δεν χωρά εύκολα ούτε στη γλώσσα ούτε στην αμυντική ευπρέπεια των ανακοινώσεων: ο δημόσιος χώρος έπαψε να είναι δημόσιος χώρος και έγινε τόπος συντριβής. Έγινε τόπος όπου η πόλη απογυμνώνεται από τη ρητορεία της περί κανονικότητας και αποκαλύπτεται ως ένας μηχανισμός που συχνά συνεχίζει να λειτουργεί πάνω από ραγισμένα σώματα, πάνω από ανθρώπους που προσέρχονται στο πρωινό τους ωράριο ενώ μέσα τους έχει ήδη συντελεστεί μια νύχτα χωρίς επιστροφή. Αυτό είναι που ανατριχιάζει: όχι μόνο ο θάνατος, αλλά η εγγύτητά του προς το απολύτως κοινό, προς το «πάω στη δουλειά», «περνώ από το κέντρο», «συνεχίζω τη μέρα μου».
    Στην Ελλάδα έχουμε επινοήσει μια ολόκληρη γλώσσα απονεύρωσης τέτοιων γεγονότων: «τραγικό περιστατικό», «διερευνώνται τα αίτια», «εκφράζονται συλλυπητήρια», λες και ο σκοπός είναι να απομακρυνθεί όσο γίνεται γρηγορότερα το γεγονός από το πεδίο της δημόσιας ευθύνης. Όμως δεν πρόκειται για ένα ατυχές επεισόδιο που συνέβη δίπλα μας. Πρόκειται για μια αποκάλυψη. Για τη στιγμή κατά την οποία το κράτος, οι υπηρεσίες, οι θεσμοί, οι εργασιακοί χώροι, αλλά και η ίδια η κοινωνική μας οργάνωση, εκτίθενται ως πεδία στα οποία η ψυχική οδύνη δεν ακούγεται παρά μόνο όταν έχει ήδη λάβει αμετάκλητη μορφή.
    Το ζήτημα δεν περιορίζεται στον χώρο της εργασίας. Το παράθυρο του γραφείου, το μπαλκόνι του σπιτιού, η ταράτσα, η αυλή, το χωράφι, το δωμάτιο ενός ξενοδοχείου, όλα αυτά είναι διαφορετικές σκηνές της ίδιας εθνικής αποτυχίας. Κάθε φορά που ένας άνθρωπος φτάνει στο σημείο να διακόψει βίαια τη σχέση του με τη ζωή, δεν αποτυγχάνει μόνο ο προσωπικός του κόσμος. Αποτυγχάνει και ο συλλογικός κόσμος που δεν τον κράτησε, δεν τον διέγνωσε, δεν του προσέφερε διέξοδο πριν από την άβυσσο.
    Γι’ αυτό και η συζήτηση οφείλει να ξεφύγει από τη στενή ειδησεογραφική διαχείριση και να μπει στην καρδιά του κοινωνικού προβλήματος.
    Στην Ελλάδα καταγράφηκαν 469 αυτοκτονίες το 2024 και 448 το 2025.
    Δεν μιλάμε για μια σπάνια παρέκκλιση, αλλά για ένα επίμονο, επαναλαμβανόμενο, σχεδόν κανονικοποιημένο τραύμα του κοινωνικού σώματος. Και την ίδια ώρα εμείς επιμένουμε να φερόμαστε σαν να αρκεί μια γραμμή βοήθειας, ένα γενικόλογο σχέδιο δράσης, μια ημερίδα, μια αφίσα, μια δημόσια σύσταση περί «ευαισθητοποίησης». Η πολιτεία πράγματι διαθέτει την 24ωρη γραμμή 10306 και επικαλείται εθνικό σχέδιο για την ψυχική υγεία. Αλλά η πραγματική κατηγορία είναι άλλη: ότι το ελληνικό κράτος δεν έχει αναγάγει ακόμη την πρόληψη της αυτοχειρίας, την έγκαιρη ψυχική υποστήριξη και τη μετατραυματική φροντίδα σε κεντρικό, ορατό, διαρκή άξονα δημόσιας πολιτικής. Συνεχίζει να αντιμετωπίζει το φαινόμενο περισσότερο ως άβολο κατάλοιπο παρά ως εθνική επείγουσα κατάσταση.
    Εκεί όπου ένας άνθρωπος φτάνει να αρνηθεί τη συνέχεια της ζωής του, εκεί δεν χωρούν πρόχειροι αφορισμοί ούτε θρησκευτικές κοινοτοπίες. Χωράει μόνο τρόμος, πένθος και έλεος. Η αυτοχειρία δεν είναι για τον σοβαρό χριστιανικό λόγο μια ευκαιρία ηθικής υπεροχής, αλλά μια άβυσσος που αποκαλύπτει πόσο αβοήθητο μπορεί να μείνει το πρόσωπο όταν διαρραγούν οι δεσμοί του με τον κόσμο, με τους άλλους, με το νόημα, με τον ίδιο του τον εσωτερικό τόπο. Και όσοι εκτίθενται στο θέαμα, ο περαστικός, ο συνάδελφος, ο αστυνομικός, ο διασώστης, ο γονιός, ο αδελφός, κουβαλούν πλέον μέσα τους ένα τραύμα που δεν τους ανήκε και όμως τους παραδόθηκε βίαια.
    Αν, λοιπόν, θέλουμε να μιλήσουμε με αλήθεια, πρέπει να πούμε ότι κάθε τέτοια πτώση είναι και πτώση της δικής μας κοινότητας: της πολιτικής κοινότητας που επαίρεται για τη σταθερότητά της, της κοινωνικής κοινότητας που έχει συνηθίσει να προσπερνά, της εκκλησιαστικής κοινότητας που κάποτε ξέρει να κηρύττει αλλά όχι να συνοδεύει.
    Γι’ αυτό δεν αρκεί να αναζητούμε κάθε φορά το «γιατί» μόνο στο πρόσωπο που έφυγε. Το ερώτημα πρέπει να στραφεί βίαια προς εμάς: τι είδους χώρα έχουμε συγκροτήσει, ώστε η απελπισία να μπορεί να εγκατασταθεί τόσο σιωπηλά μέσα στην καθημερινότητα;
    Τι είδους κράτος είναι αυτό που παρακολουθεί εκ των υστέρων την αύξηση των αριθμών και δεν μετατρέπει το πρόβλημα σε απόλυτη πολιτική προτεραιότητα;
    Τι είδους δημόσιος λόγος είναι αυτός που μιλά με ακραία ευαισθησία για δείκτες, επενδύσεις, τουριστικές ροές, ψηφιακές μεταβάσεις και διοικητική αποτελεσματικότητα, αλλά αφήνει σχεδόν άφωνη τη συζήτηση για τους ανθρώπους που φτάνουν να πέφτουν από παράθυρα, να βγαίνουν σε μπαλκόνια, να αναζητούν τρόπο να εξαφανιστούν;
    Μια σοβαρή πολιτεία θα είχε ήδη οργανώσει πανεθνική καμπάνια αποστιγματισμού, μόνιμη ψυχολογική υποστήριξη σε σχολεία, υπηρεσίες, δήμους και κοινότητες, ειδική εκπαίδευση πρώτης αναγνώρισης κινδύνου για επαγγελματίες πρώτης γραμμής, και ένα πρωτόκολλο φροντίδας όχι μόνο για εκείνον που κινδυνεύει, αλλά και για εκείνους που μένουν πίσω και γίνονται άθελά τους μάρτυρες της πτώσης.
    Μέχρι τότε, κάθε επίσημη θλίψη θα ηχεί μισή. Γιατί κάθε άνθρωπος που χάνεται έτσι δεν είναι μόνο μια ιδιωτική τραγωδία, είναι ένα δημόσιο κατηγορητήριο εναντίον ενός πολιτισμού που έχει μάθει να διοικεί τα πάντα, εκτός από την ανθρώπινη απελπισία.

     διάφορα
  • To bring the post-Covid generation to Marxism, we must fully break from the “academic leftist” model

    source: https://substack.com/@rainershea

    For the Gen Z who’ve come of age post-Covid, post-graduate unemployment is unprecedented in its scale, and in the degree of hopelessness for this trend to end. These students are also experiencing the fallout from a systematic campaign to dismantle higher education as we know it, with the worst consequence from this being growing student homelessness. For the younger Gen Alpha, these problems will no doubt be at least as severe. To bring the post-Covid generation into the class war, Marxists must properly unpack academic leftism, and understand where it lies within today’s material conflicts.

    The contradiction we must confront

    Academic leftism is a mindset, a mindset where “socialist” intellectuals preach to the masses rather than actually leading the proletarian struggle. This way of relating to the people as a “Marxist” is a holdover from the period of bourgeois revolutions, where after the people overthrew the feudal order, there appeared “right” and “left” wings within the new capitalist parliament; with the right being on the king’s side, and the left existing in negation towards the king. Because the concept of a political left came out of bourgeois politics, there has always been a contradiction between identifying with the left, and identifying as a communist; “leftism” is something that the capitalist ruling class has been able to incorporate into its core ideological makeup, making leftism compatible with the notion of a “progressive” imperialism.

    Part of this is apparent in how all of Washington’s color revolutions have involved backing leftists who hate the governments the empire wants gone. The problem goes much deeper than this, though, because the left isn’t merely something that imperialism has co-opted; when we recognize proper definition of what “the left” is, that being a wing within bourgeois “democracy,” it becomes clear that communists must escape from leftism in order to become truly independent from bourgeois politics.

    This is where it’s so important to grasp the nature of the ideological conflict within leftism, and within the academic institutions that utilize leftist ideology. Because even though communists seek to rebuild an authentic left, to reconstruct the working-class institutions that were destroyed in the 20th century, all the while we must remain prepared to combat the problems which will inevitably arise out of leftism. These problems being the unprincipled, imperialism-compatible behaviors that are embraced by the leftists who support Washington’s color revolutions.

    Inevitably these behaviors will manifest in the form of attacks against those who seek to rebuild America’s workers movement, because leftism without dialectical thinking is pure negation. It’s the ideology that you can use to cancel any working-class organizer for not being woke enough. This is why Haz Al-Din concludes that leftism’s logical conclusion is to serve the very most destructive and malicious designs of imperialism.

    He phrases this by calling leftism the heir to fascism, which sounds counterintuitive when you’re looking at these ideologies on the surface level; yet no matter how bombastic it seems, the reality is that we have seen leftists across the globe rallying alongside fascists in Washington’s color revolutions, with Ukraine being one of the foremost examples of this.

    The defense from these left fascist collaborators is that they came towards their views based on their own lived experiences, and have their own reasons for hating the U.S.-targeted governments which they live under. And this is what reveals the contradiction between leftism and Marxism; because indeed, these collaborators represent a political camp that emerged out of real material factors, independently from U.S. imperialism. Where their politics came from, though, was not class consciousness; it came from petty-bourgeois and lumpen resentment, which invariably becomes targeted at the proletarian forces. This is why Haz describes leftism as fulfilling the same anti-proletarian role which fascism does:

    The true heir of fascism, is none other than Leftism itself. Fascism, like leftism, establishes the dead form of modernity as a pinwheel - a swastika - actively and voluntarily preserving it at the expense of its own real technomic premises, and therefore emanating an affect of revolutionary change. If there is any model worthy of representing the ‘political spectrum’ (which does not actually represent political difference, but rather the political homogeneity of the modern state), it is precisely that of the swastika, as it cannot tilt right without also moving left. The dead form of modernity cannot be preserved, without also emanating the veneer of change. This shocking fact is already self-evident throughout Europe and Ukraine. To call leftists fascists would be superfluous, for leftism is already far more fascist than fascism could ever possibly have been. All the genocidal intent, violence, terrorism and bestiality of fascism is amplified, with far more viciousness, brutality and efficiency in leftism, a fact which is sure to become evident to all in the years to come.

    These are the activities that our ruling class hopes to draw the lumpenized students or former students into: ultraviolent adventurism, efforts to terrorize the actual working-class forces, libidinal release to cope with one’s alienation. This is why “antifa,” as it actually exists today, mirrors the Brownshirt model of recruiting from the unemployed youth. And these anti-worker “counter-gangs” grow out from academic leftism; the identity politics ideology behind them is taught to these unemployed youths by the academic/NGO networks. This infrastructure has laid the groundwork for a new wave of counterinsurgency, wherein the adventurist wing of ultra-leftism escalates its assaults against working-class organizations.

    Rescuing the left-behind youths

    Such is the role that ultra-leftism will play in this next stage of the class war: weaponizing the most disaffected among the post-Covid generation against the proletariat. To draw these youths away from ultra-leftism, or from its far right counterpart, we must fully break from the academic leftist model. We must reject the mode of practice that the bourgeois revolutionaries have passed down onto us, wherein the members of the revolutionary intelligentsia merely talk at the masses in hope of rousing them towards revolution.

    There is a difference between trying to lecture the masses into becoming revolutionaries, and building a collective organization for these masses which can give them practical experience within the class struggle. Only with the latter model can the population’s level of class consciousness truly be raised. Because there’s been no left in America for a long time, during this first organizational stage we have needed to look for class consciousness within the ideological realm; to identify which parts of the masses are most disillusioned with the liberal order, and go into them. The proper definition of class consciousness, though, is when the working masses come to participate in working-class organization itself. This is the context we must consider while we follow Lenin’s call to raise the consciousness of the workers:

    There can be no talk of an independent ideology formulated by the working masses themselves in the process of their movement…This does not mean, of course, that the workers have no part in creating such an ideology. They take part, however, not as workers, but as socialist theoreticians, as Proudhons and Weitlings; in other words, they take part only when they are able, and to the extent that they are able, more or less, to acquire the knowledge of their age and develop that knowledge.

    But in order that working men may succeed in this more often, every effort must be made to raise the level of the consciousness of the workers in general; it is necessary that the workers do not confine themselves to the artificially restricted limits of “literature for workers” but that they learn to an increasing degree to master general literature. It would be even truer to say “are not confined”, instead of “do not confine themselves”, because the workers themselves wish to read and do read all that is written for the intelligentsia, and only a few (bad) intellectuals believe that it is enough “for workers” to be told a few things about factory conditions and to have repeated to them over and over again what has long been known.

    When we truly grasp what Lenin meant by this, we can address the contradiction between leftism and Marxism, which is reaching a heightened point of conflict at this phase in the decline of our social order. Because of how extensively our ruling class has engineered society’s decline, the college pipeline as a rule no longer offers a path towards employment, or towards starting a family. And this breakdown of the boomer societal model is forcing those within left politics to confront an existential question for their cause. They’re having to answer: should we keep modeling our practice after academic leftism, or should we pursue the alternative route? That alternative being to wage the class war in a way which is truly responsive towards the conditions we’re facing today.

    These are conditions where the foundation for “normal” life has been dynamited. If trends continue as they are, for the most part the post-Covid generation will not create a new generation after them; their familial connection to the future has been severed. Never before has humanity seen such a level of alienation, and therefore no attempt at mass politics that’s unwilling to confront this alienation can survive; not as a truly independent force, at least.

    Leftism provides a cope for the post-Covid left-behinds, in the form of boundless negation; it tells them that humans are a virus, and therefore it’s a good thing for us to stop having children. It also preaches national nihilism, Clavicular-style, to the effect that leftists can avoid caring about the American family’s destruction. Of course these arguments can’t placate everyone, though, and their real purpose is to cultivate a niche political ideology. Among the left-behind youths who are seeking concrete political answers to the problem of familial decline, right now the main ideological influences are coming from the right. This is largely because it’s the right-wing “Jewish question” commentators who are talking about this problem in the first place. They’re the ones who are making the connection between the decline of American patriotism among the 30-and-under crowd, and the disappearance of opportunities for starting families; which aren’t things that leftism even recognizes as being bad.

    Because leftism was designed to negate mass politics, in the Trump 2.0 era leftists have lost their former relevance, and we shouldn’t be treating them as the central threat. I focus on leftism here for the purpose of contrasting anti-mass politics with the politics which Marxists need to embody; we know what the opposite of an effective communist movement looks like, and this lets us avoid the idealist errors that keep our movement stagnant. If the essence of academic leftism’s problem is that it’s about preaching to the masses, then we know that raising the consciousness of the masses can’t happen without actual popular organization. It can’t happen without unemployment councils, or party-building, or the other essential elements that are demanded by a Bolshevik practice. And when we use these tools to let the post-Covid generation fight its existential battle, then we can earn this generation’s respect.

    The post-Covid generation’s fight is existential in nature because if they lose this fight, then they will become outmoded amid capital’s next technological phase. Gen Z, and those younger than us, see where things are headed unless we assert our interests. Recognizing this is part of how Marxists can convince the left-behind youths that we deserve to lead them. Academic leftism and its radlib outgrowths don’t even pretend to offer the post-Covid generation a solution. The far right offers them a false solution. We offer the authentic solution, but we must understand what our own goal is before we can speak or act credibly.

    Within Marxism, there is a battle for ideological control, where the leftist negationist side is in conflict with the dialectical side. This battle has been happening for centuries, and it will continue for centuries more; but the fact that it’s lasting this long shows the necessity for Marxism to evolve. To be effective as a Marxist, you have to reinvent yourself according to each new historical reality. As Gen Z and Gen Alpha fight to remain vital amid unprecedented existential peril, this is the mode of operating that we must impart onto them.

    ————————————————————————

     διάφορα
  • Ό,τι δεν καταλαβαίνουν, το αμφισβητούν.

    Αντώνης Ανδρουλιδάκης

    Δεν μπορούν όλοι να σε συναντήσουν εκεί που βρίσκεσαι.
    Κι αυτό δεν είναι αγένεια, δεν είναι κακία. Είναι όριο. Είναι ανθρώπινη ανεπάρκεια που δεν ομολογείται, μια σιωπή που βαραίνει περισσότερο από τις λέξεις.
    Μπορεί να έχεις αγαπήσει με καθαρότητα, με ανοιχτή καρδιά, με τόση υπομονή που να θύμιζες τις ρίζες ενός δέντρου στην καταιγίδα.
    Αλλά αν ο άλλος δεν έχει μάθει να αναγνωρίζει το εσωτερικό του "δελτίο καιρού" - να βλέπει, να ρυθμίζει, να περιθάλπει τον ίδιο του τον εαυτό - τότε κάποια στιγμή μπορεί να γκρεμίσει κι εσένα. Όχι επειδή δεν σ’ αγαπάει. Αλλά επειδή δεν μπορεί.
    Η συναισθηματική απουσία δεν είναι πάντα θορυβώδης. Μερικές φορές μοιάζει με γλυκύτητα ή με ησυχία. Μ’ ένα "όλα καλά", που δεν λέει τίποτα. Μ’ ένα άγγιγμα που δεν φτάνει βαθιά. Με μια σιωπή που δεν ακούει.
    Σε τέτοιους δεσμούς, το να προσπαθείς να εξηγήσεις τι νιώθεις είναι σαν να μιλάς σε τοίχο. Όχι γιατί δεν σε ακούν. Αλλά γιατί δεν υπάρχει χώρος μέσα τους για να σε χωρέσει.
    Κι ύστερα μπορεί να αντιληφθούν τα όριά σου ως επίθεση, τη θλίψη σου ως βάρος, τη διαφάνειά σου ως υπερβολή. Ό,τι δεν καταλαβαίνουν, το αμφισβητούν. Κι ό,τι τους ξεβολεύει, το επιστρέφουν σ’ εσένα.
    Δεν είναι θέμα κριτικής – είναι θέμα φροντίδας προς τον εαυτό σου. Γιατί χωρίς συναισθηματική επίγνωση, δεν υπάρχει αμοιβαιότητα. Δεν υπάρχει χτίσιμο, ούτε θεραπεία. Υπάρχει μόνο φθορά. Μια διαρκής ανάγκη να εξηγείς τα αυτονόητα, να μικραίνεις για να χωρέσεις, να προσέχεις μη τυχόν "προκαλέσεις" καταιγίδα.
    Και όταν έρθει η καταιγίδα -γιατί θα έρθει- εσύ θα είσαι εκεί, μούσκεμα, προσπαθώντας να βάλεις τάξη σε μια κακοκαιρία που δεν σου "ανήκει". Γιατί όποιος δεν έχει μάθει να γιατρεύει τον εαυτό του, θα σε χρησιμοποιήσει ως ομπρέλα. Ή ως αστραπή.
    Ακόμα πιο επώδυνο είναι το κενό της αυτογνωσίας. Όποιος δεν αναρωτήθηκε ποτέ πώς είναι να τον βιώνει, να τον νοιώθει, ο άλλος, δύσκολα θα σε δει. Κι όταν τον αγγίξεις με την αλήθεια σου, θα σε πει "υπερευαίσθητο" αντί να ρωτήσει "σε πλήγωσα;"
    Όμως ξέρεις υπάρχουν κι άλλες σχέσεις. Ίσως λίγο πιο σπάνιες. Που δεν χρειάζεται να εξηγείς τον τόνο σου. Ούτε να μεταφράζεις την ανάγκη σου σε κάτι "λογικό". Εκεί, περπατάς στην αλήθεια, όχι σε τσόφλια αυγών. Και εκείνοι σε συναντούν. Όχι γιατί είναι τέλειοι - αλλά γιατί έχουν δουλέψει με τον εαυτό τους αρκετά ώστε να μην τον ξεφορτώσουν πάνω σου.
    Γι’ αυτό, φύλαξε την ειρήνη σου. Διάλεξε ανθρώπους που ξέρουν να σταθούν. Που λένε "έκανα λάθος" χωρίς να χρειάζεται να τους εξαναγκάσεις. Που ρωτούν "πώς μπορώ να σε κρατήσω καλύτερα;" όχι γιατί οφείλουν - αλλά γιατί θέλουν.
    Γιατί η καρδιά σου δεν είναι πεδίο δοκιμών. Είναι ναός. Και αξίζει να κατοικείται από ανθρώπους που ξέρουν να στέκονται εκεί με ευλάβεια.

     διάφορα
  • Η ΣΥΛΛΟΓΙΚΗ ΜΑΣ ΚΑΤΑΘΛΙΨΗ

    Από μια ζωή κενή Νοήματος και άδεια σε μια Ζωή με Νόημα μια ζωή που να μας αξίζει να την ζούμε. Εξαιρετικό κείμενο του σ. Αντώνης Ανδρουλιδάκης Η ΣΥΛΛΟΓΙΚΗ ΜΑΣ ΚΑΤΑΘΛΙΨΗ
    Μάλλον δεν καταλάβαμε ακριβώς πότε έγινε, αλλά κάπου στην πορεία η διάθεση βάρυνε. Όχι απότομα. Σιγά σιγά, σαν να χαμήλωσε η ένταση της ίδιας της ζωής. Δεν χρειάζεται πλέον να ρωτήσεις κάποιον «πώς είσαι;» για να καταλάβεις. Αρκεί να τον παρατηρήσεις λίγο περισσότερο. Στον τρόπο που μιλάει. Στον τρόπο που σωπαίνει. Στον τρόπο που αποφεύγει να ελπίσει.
    Κάτι έχει μετατοπιστεί. Όχι μόνο στις συνθήκες ζωής, αλλά στον ίδιο τον τρόπο που βιώνεται η ζωή.
    Στην ψυχολογική γλώσσα, η κατάθλιψη δεν είναι απλώς λύπη.
    Είναι απώλεια νοήματος, απώλεια ενέργειας, απώλεια προσανατολισμού. Κι' αυτό που έχει ενδιαφέρον σήμερα δεν είναι μόνο η αύξηση των διαγνώσεων. Είναι ότι όλο και περισσότεροι άνθρωποι, χωρίς απαραίτητα να πληρούν διαγνωστικά κριτήρια,
    περιγράφουν κάτι παρόμοιο: δυσκολία να κινητοποιηθούν, αίσθηση ατονίας, χαμηλή προσδοκία για το μέλλον και μια διάχυτη κόπωση που δεν εξηγείται εύκολα.
    Δεν πρόκειται για έντονη απόγνωση. Πρόκειται για κάτι πιο χαμηλότονο και γι’ αυτό πιο ανθεκτικό: μια βουβή μείωση της ζωτικότητας.
    Αν το δούμε ιστορικά, το φαινόμενο αυτό αποκτά μια ιδιαιτερότητα. Υπήρξαν περίοδοι όπου οι άνθρωποι ζούσαν με λιγότερα: λιγότερες ανέσεις, λιγότερη ασφάλεια, λιγότερες επιλογές.
    Και όμως, η υποκειμενική εμπειρία της ζωής δεν περιγράφεται πάντοτε ως πιο βαριά.
    Σήμερα, σε ένα περιβάλλον όπου πολλά έχουν βελτιωθεί σε υλικό επίπεδο, η ψυχική εμπειρία φαίνεται να έχει επιβαρυνθεί.
    Αυτό υποδηλώνει ότι το πρόβλημα δεν εντοπίζεται μόνο στο «πόσο έχουμε», αλλά στο «τι σημαίνουν αυτά που έχουμε».
    Αν αυτή η αίσθηση μοιάζει υποκειμενική, τα δεδομένα δείχνουν ότι δεν είναι. Στην Ελλάδα, περίπου το 7% του πληθυσμού πάσχει από κατάθλιψη. Αν μεταφράσουμε αυτό το ποσοστό σε ανθρώπους, μιλάμε για πάνω από 600.000 ενήλικες που ζουν με κλινική κατάθλιψη. Και αυτός είναι ο πιο «ορατός» αριθμός. Αν συμπεριλάβουμε όσους βιώνουν ήπια ή αδιάγνωστα συμπτώματα -εκείνους που λειτουργούν αλλά χωρίς ενέργεια, χωρίς προσανατολισμό- τότε το φαινόμενο αφορά 1,5 – 2 εκατομμύρια ανθρώπους που βιώνουν κάποια μορφή ψυχικής επιβάρυνσης
    Δεν πρόκεται δηλαδή για μια εξαίρεση, αλλά για ένα νέο συλλογικό υπόστρωμα.
    Η εικόνα γίνεται ακόμη πιο αποκαλυπτική αν δει κανείς τα δεδομένα από τις αναλύσεις αστικών λυμάτων στην Ελλάδα. Στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη, αντικαταθλιπτικές ουσίες ανιχνεύονται σταθερά σε καθημερινή βάση, σε συγκεντρώσεις που αντιστοιχούν σε εκατοντάδες ημερήσιες δόσεις ανά 1000 κατοίκους. Δεν πρόκειται για περιστασιακή χρήση ούτε για «ακραίες» περιπτώσεις.
    Παράλληλα, στα ίδια δεδομένα εμφανίζονται σταθερά ίχνη ψυχοτρόπων ουσιών, δείχνοντας ότι η ανάγκη για ανακούφιση δεν περιορίζεται στα φάρμακα, αλλά διαπερνά την καθημερινότητα με κάθε διαθέσιμο μέσο.
    Πρόκειται για μια ευρεία, σταθερή κατανάλωση που αποτυπώνει μια κοινωνία η οποία δεν καταρρέει - αλλά ρυθμίζεται χημικά για να συνεχίσει να λειτουργεί.
    Εδώ εμφανίζεται μια κρίσιμη αντίφαση, που δεν είναι μόνο ψυχολογική αλλά και κοινωνική. Ζούμε σε μια χώρα που είναι ταυτόχρονα: τουριστικά ευχάριστη, γεωπολιτικά "χρήσιμη" και
    υπαρξιακά άδεια. Και αυτή η τριπλή συνθήκη δεν είναι απλώς περιγραφή. Είναι εξήγηση.
    Το πιο κρίσιμο στοιχείο είναι το τρίτο. Όταν το ερώτημα «γιατί υπάρχουμε μαζί» σιωπά ή αποσιωπάται, τότε τίποτα δεν αρκεί.
    Η οικονομία μπορεί κάπως να λειτουργεί. Η χώρα μπορεί να είναι κάπως σταθερή. Η καθημερινότητα μπορεί να είναι κάπως διαχειρίσιμη. Αλλά χωρίς νόημα, όλα αυτά δεν μεταφράζονται σε ζωτικότητα. Και εδώ ακριβώς γεννιέται η συλλογική δυσθυμία.
    Ίσως το πιο ανησυχητικό στοιχείο αυτής της κατάστασης
    είναι ότι δεν βιώνεται ως σοβαρή κρίση. Δεν υπάρχουν εκρήξεις.
    Δεν υπάρχει συνεχής ένταση. Αντίθετα, υπάρχει μια μορφή προσαρμογής: οι άνθρωποι συνεχίζουν κάπως να εργάζονται, συνεχίζουν κάπως να σχετίζονται, συνεχίζουν κάπως να ζουν.
    Αλλά με χαμηλότερη ένταση. Σαν να έχει μειωθεί η ένταση της ίδιας της ζωής.
    Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, αναπτύσσονται τρόποι διαχείρισης:
    φαρμακευτική υποστήριξη, υπερ-απασχόληση, ψηφιακή απόσπαση, περιορισμός των προσδοκιών, πάσης φύσεως εξαρτήσεις ως ανακουφιστικά παυσίπονα.
    Ο στόχος δεν είναι η ευτυχία. Είναι η προσαρμογή σε μια πραγματικότητα που όλο και πιο πολύ μοιάζει να μην έχει νόημα.
    Οι πιο πολλοί προσπαθούμε να συνεχίσουμε να λειτουργούμε
    μέσα σε ένα περιβάλλον που δεν μας εμπνέει για τίποτα.
    Όταν αυτή η κατάσταση γίνεται μαζική μειώνεται η διάθεση για συμμετοχή, ενισχύεται ο κυνισμός και αποδυναμώνεται η συλλογική πράξη. Όχι επειδή οι άνθρωποι δεν ενδιαφέρονται,
    αλλά επειδή δεν πιστεύουν ότι έχει νόημα.
    Και έτσι δημιουργείται ένας φαύλος κύκλος: η απουσία νοήματος παράγει αποχή, και η αποχή ενισχύει την απουσία νοήματος.
    Πολλοί άνθρωποι δεν περιγράφουν μόνο δυσκολίες. Περιγράφουν μια αίσθηση: ότι κάτι φθείρεται αργά. Όχι θεαματικά, αλλά σταθερά.
    Η χώρα μπορεί να φαίνεται ζωντανή, αλλά η εσωτερική της συνοχή και ζωτικότητα αποδυναμώνεται. Μια νεκροζώντανη χώρα.
    Πώς βγαίνει κανείς από αυτό;
    Αν το πρόβλημα είναι απώλεια νοήματος, η απάντηση δεν μπορεί να είναι μόνο λειτουργική. Δεν αρκεί να βελτιωθούν οι συνθήκες.
    Χρειάζεται να ανασυσταθεί το «γιατί».
    Και αυτό σημαίνει: επανασύνδεση με ουσιαστικές σχέσεις,
    επένδυση σε δημιουργία, όχι μόνο κατανάλωση, αποδοχή του ρίσκου που συνεπάγεται κάθε μορφή νοήματος.
    Και μια τελευταία σκέψη.
    Ίσως η συλλογική μας δυσθυμία δεν είναι απλώς πρόβλημα.
    Είναι και ένδειξη. Ότι μια κοινωνία έχει φτάσει σε ένα σημείο
    όπου η όποια λειτουργία δεν αρκεί πια.
    Το πρόβλημα δεν είναι πως δεν μπορούμε να ζήσουμε. Είναι ότι δυσκολευόμαστε όλο και περισσότερο να καταλάβουμε γ ι α τ ί.

     διάφορα
  • Ο ΔΥΤΙΚΟΣ "ΟΡΘΟΛΟΓΙΣΜΟΣ" ΩΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ | Η Θυσία της Βιωμένης Εμπειρίας για τη Λειτουργικότητα

    Αντώνης Ανδρουλιδάκης

    Η σύγχρονη δυτική κοινωνία θεμελιώνεται πάνω σε μια φαινομενικά αυτονόητη αρχή: ότι ο άνθρωπος είναι, ή οφείλει να είναι, ορθολογικός. Να σκέφτεται καθαρά, να επιλέγει αποτελεσματικά, να δρα με βάση στόχους. Ωστόσο, αν μετακινηθούμε από το επίπεδο της θεωρίας στο επίπεδο της εμπειρίας, προκύπτει ένα πιο ανησυχητικό ερώτημα: τι χρειάζεται να αποσιωπηθεί, να περιοριστεί ή να αποκοπεί, ώστε αυτός ο «ορθολογικός άνθρωπος» να μπορέσει να υπάρξει;
    Η απάντηση φαίνεται να οδηγεί σε μια μορφή υ π α ρ ξ ι α κ ο ύ α κ ρ ω τ η ρ ι α σ μ ο ύ. Όχι με την έννοια μιας βίαιης και ορατής απώλειας, αλλά ως μια σταδιακή, εσωτερικευμένη διαδικασία αποκοπής από τη βιωμένη εμπειρία. Ο σύγχρονος άνθρωπος καλείται να διαχωρίσει το συναίσθημα από τη δράση, να περιορίσει την εσωτερική του πολυφωνία και να συγκροτήσει έναν εαυτό συνεκτικό, προβλέψιμο και λειτουργικό. Αυτό που παρουσιάζεται ως «ωριμότητα» ή «αυτοέλεγχος» ενδέχεται, στην πραγματικότητα, να είναι μια συστηματική αποδυνάμωση της εμπειρικής πληρότητας του εαυτού.
    Ο ορθολογισμός, όπως έχει δείξει η σύγχρονη κοινωνική θεωρία, δεν είναι απλώς μια γνωσιακή ικανότητα, αλλά ένα κ α ν ο ν ι σ τ ι κ ό π ρ ό τ υ π ο ύ π α ρ ξ η ς. Δεν περιγράφει μόνο πώς σκέφτονται οι άνθρωποι, αλλά καθορίζει πώς οφείλουν να σκέφτονται και να δρουν. Στο πλαίσιο αυτό, το άτομο εκπαιδεύεται να αποσυνδέεται από ό,τι δεν εξυπηρετεί τη λειτουργικότητα: συναισθήματα που δεν μπορούν να μεταφραστούν σε δράση, εσωτερικές συγκρούσεις που καθυστερούν την απόφαση, υπαρξιακά ερωτήματα που δεν οδηγούν σε αποτέλεσμα.
    Έτσι, η αποστασιοποίηση -που συχνά μπορεί να λαμβάνει και ψυχοπαθολογικά χαρακτηριστικά- δεν εμφανίζεται ως αποτυχία, αλλά ως επιτυχία προσαρμογής. Το άτομο που μπορεί να «μην νιώθει για να λειτουργεί» είναι, από τη σκοπιά του συστήματος, πιο αποτελεσματικό. Μπορεί να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις της εργασίας, να διαχειριστεί την πολυπλοκότητα της καθημερινότητας και να παραμείνει συνεπές στους ρόλους του. Με αυτή την έννοια, ο υπαρξιακός ακρωτηριασμός δεν είναι παρενέργεια, αλλά προϋπόθεση λειτουργικότητας.
    Ωστόσο, αυτή η προσαρμογή έχει ένα βαθύ τίμημα. Η σταδιακή απομάκρυνση από τη βιωμένη εμπειρία οδηγεί σε μια μορφή εσωτερικής αποξένωσης. Το άτομο συνεχίζει να δρα, αλλά δεν βιώνει πλήρως τη δράση του. Συμμετέχει, αλλά χωρίς να είναι ουσιαστικά παρόν. Η ζωή μετατρέπεται σε αλληλουχία λειτουργιών, ενώ η αίσθηση του νοήματος αποδυναμώνεται. Αυτό που χάνεται δεν είναι η ικανότητα δράσης, αλλά η πυκνότητα της εμπειρίας.
    Δεν πρόκειται για μια συνειδητή επιλογή, αλλά για μια σιωπηρή ανταλλαγή: το άτομο θυσιάζει ένα μέρος της εσωτερικής του ζωής προκειμένου να εξασφαλίσει τη θέση του σε ένα σύστημα που επιβραβεύει τη λειτουργικότητα. Η «ψυχή» -αν την κατανοήσουμε ως το σύνολο της βιωμένης, μη εργαλειακής εμπειρίας- περιορίζεται στο μέτρο που δεν εξυπηρετεί άμεσα την πράξη.
    Το παράδοξο είναι ότι αυτή η "θυσία" δεν παρουσιάζεται ως απώλεια. Αντίθετα, ενσωματώνεται ως φυσική εξέλιξη, ως πρόοδος, ως ωρίμανση. Το άτομο μαθαίνει να θεωρεί τη μείωση της εσωτερικής του έντασης ως επιτυχία, τη συναισθηματική απόσταση ως δύναμη και τη λειτουργικότητα ως ύψιστη αξία. Με αυτόν τον τρόπο, ο ακρωτηριασμός καθίσταται αόρατος, επειδή έχει κανονικοποιηθεί.
    Σε κοινωνικό επίπεδο, αυτή η διαδικασία οδηγεί σε έναν κόσμο όπου οι άνθρωποι συνυπάρχουν χωρίς να συνδέονται ουσιαστικά. Η ενσυναίσθηση περιορίζεται, οι σχέσεις τυποποιούνται και η συλλογική ζωή χάνει το βάθος της. Η κοινωνία παραμένει αποτελεσματική, αλλά γίνεται ολοένα και πιο αποσυνδεδεμένη από τη βιωμένη ανθρώπινη εμπειρία που τη θεμελιώνει.
    Ίσως να πρέπει να το ομολογήσουμε: ο δυτικός ορθολογισμός μπορεί να ιδωθεί όχι μόνο ως γνωσιακό επίτευγμα, αλλά και ως μορφή υπαρξιακής απώλειας. Η λειτουργικότητα της σύγχρονης κοινωνίας φαίνεται να βασίζεται σε μια σιωπηρή προϋπόθεση: την αποδοχή ενός μερικού εαυτού. Και ίσως το πιο κρίσιμο ερώτημα δεν είναι αν μπορούμε να λειτουργούμε αποτελεσματικά μέσα σε αυτό το πλαίσιο, αλλά αν στ' αλήθεια, συνειδητά, είμαστε έτοιμοι, "είναι εντάξει", να καταβάλλουμε κάθε στιγμή το αντίτιμο αυτής της απώλειας του Εαυτού.
    Βιβλιογραφία:

    • Societal Inner Dissociation (SID)
      -Hindess, B. (2025). Rationality and modern society. Journal of Applied Social Psychology.
    • Kerr, L. K. (2022). Dissociation in late modern America: A defense against soul? LK Kerr Books.
     διάφορα