Ο «ραγιάς μέσα μας» δεν είναι μια αφηρημένη έννοια. Δεν είναι ιστορικό κατάλοιπο που αφορά μόνο το παρελθόν. Εμφανίζεται καθημερινά, στις πιο μικρές, σχεδόν αόρατες συμπεριφορές μας.
Εμφανίζεται όταν:

  • αποφεύγουμε να εκφράσουμε άποψη μπροστά σε κάποιον που θεωρούμε ισχυρότερο
  • προσαρμοζόμαστε αυτόματα σε κάθε εξουσία χωρίς εσωτερική επεξεργασία
  • απαξιώνουμε οτιδήποτε «δικό μας» και εξιδανικεύουμε οτιδήποτε «ξένο»
  • λειτουργούμε με το «κοίτα τη δουλειά σου» ως βασική αρχή επιβίωσης
  • επιλέγουμε την ασφάλεια της συμμόρφωσης αντί για το ρίσκο της ευθύνης
  • υιοθετούμε έναν διάχυτο κυνισμό («όλοι ίδιοι είναι», «τίποτα δεν αλλάζει») που μας απαλλάσσει από την ανάγκη συμμετοχής
  • ειρωνευόμαστε κάθε συλλογική προσπάθεια ως αφελή ή μάταιη
  • μετατρέπουμε την απογοήτευση σε μόνιμη στάση ζωής, για να μη χρειαστεί ποτέ να εκτεθούμε
  • επιδεικνύουμε τον "τσαμπουκά" μας στον αδύναμο διπλανό μας.
    Και εμφανίζεται και πολιτικά:
  • όταν αποδεχόμαστε αποφάσεις που μας αφορούν χωρίς ουσιαστική συμμετοχή ή αντίδραση
  • όταν ταυτίζουμε το «ρεαλιστικό» με το «υποτακτικό» και βαφτίζουμε την παραίτηση «σοβαρότητα»
  • όταν αναθέτουμε διαρκώς σε «ισχυρούς άλλους» (ηγέτες, συμμαχίες, θεσμούς) την ευθύνη της ύπαρξής μας
  • όταν η εξωτερική εξάρτηση παρουσιάζεται ως μονόδρομος και εσωτερικεύεται ως φυσική κατάσταση
  • όταν η πολιτική μετατρέπεται σε διαχείριση φόβου και όχι σε παραγωγή νοήματος
  • όταν η επίκληση των «συσχετισμών ισχύος» ακυρώνει κάθε δυνατότητα επιλογής
  • όταν η κοινωνία παραιτείται από τη στρατηγική και περιορίζεται στην προσαρμογή
  • όταν η δημόσια σφαίρα γεμίζει είτε με σιωπή είτε με θορυβώδη αλλά ανέξοδη ρητορική
    Ο «ραγιάς», λοιπόν, δεν είναι απλώς υποτέλεια.
    Είναι μια βαθιά εγγεγραμμένη στάση ύπαρξης.
    Είναι ο τρόπος με τον οποίο ένα υποκείμενο μαθαίνει να επιβιώνει όταν δεν ελέγχει το πλαίσιο μέσα στο οποίο ζει. Έτσι μας "εκπαίδευσαν" για δεκαετίες.
    Με όρους ψυχολογίας, είναι τραυματική προσαρμογή, που βέβαια αξιοποιείται από τους κυρίαρχους μηχανισμούς χειραγώγησης.
    Και εδώ βρίσκεται η πιο δύσκολη αλήθεια:
    Δεν είναι ελάττωμα.
    Είναι αποτύπωμα τραυματικής εμπειρίας.
    Γι’ αυτό και δεν φεύγει με οργή.
    Όταν τον πολεμάς, τον ενισχύεις.
    Όταν τον ντρέπεσαι, τον κρύβεις, δεν τον ξεπερνάς.
    Και όταν προσπαθείς να τον ακυρώσεις, εμφανίζεται αλλιώς:
    ως υπεραναπλήρωση.
    Εκεί που πριν υπήρχε σιωπή, εμφανίζεται επιθετικότητα.
    Εκεί που υπήρχε προσαρμογή, εμφανίζεται φαντασιακή ισχύς.
    Εκεί που υπήρχε φόβος, εμφανίζεται κυνισμός.
    Έτσι, το τραύμα δεν ξεπερνιέται.
    Απλώς αλλάζει πρόσωπο.
    Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι πώς θα αποβάλλουμε τον ραγιά από μέσα μας.
    Το ερώτημα είναι πώς θα πάψουμε να τον χρειαζόμαστε.
    Και αυτό απαιτεί κάτι πολύ πιο δύσκολο από θυμό ή καταγγελία:
    Απαιτεί επίγνωση.
    Να αναγνωρίσουμε ότι αυτή η στάση υπήρξε κάποτε αναγκαία.
    Ότι ήταν τρόπος επιβίωσης μέσα σε συνθήκες που δεν επιλέξαμε.
    Ότι δεν γεννηθήκαμε έτσι. Αναγκαστήκαμε να γίνουμε.
    Και άρα μπορούμε να γίνουμε κάτι άλλο.
    Αλλά όχι μέσα από την άρνηση.
    Μέσα από τη νοηματοδότηση.
    Να μετατρέψουμε το τραύμα σε κατανόηση.
    Την εμπειρία σε αφήγηση.
    Την αφήγηση σε ευθύνη.
    Γιατί μόνο ό,τι ενσωματώνεται, παύει να μας καθορίζει.
    Και από εκεί ξεκινά η πραγματική μετατόπιση:
    Από την προσαρμογή, στην ενήλικη ευθύνη
    Από τη μίμηση, στην αυτοσυνείδηση
    Από την αντίδραση, στην επιλογή
    Αυτό είναι το σημείο ωρίμανσης.
    Όχι να αποδείξουμε ότι δεν είμαστε «ραγιάδες».
    Αλλά να πάψουμε να οριζόμαστε από αυτό.
    Γιατί τελικά:
    Ο «ραγιάς» δεν φεύγει όταν τον πολεμάς.
    Φεύγει όταν δεν τον χρειάζεσαι πια για να επιβιώσεις.
    Και αυτό δεν είναι ζήτημα ισχύος. Είναι ζήτημα ατομικού και συλλογικού νοήματος.